Δικαιώθηκαν από τον Αρειο Πάγο ακόμα και συμβασιούχοι «νέας γενιάς» (με διαδοχικές συμβάσεις που «έτρεχαν» και το καλοκαίρι του 2004) καθώς κρίνεται ότι επιτρέπεται η μονιμοποίησή τους ακόμα και στην περίπτωση που ο Γενικός Κανονισμός ενός οργανισμού, απαγορεύει ρητά τη μετατροπή μιας σύμβασης από ορισμένου σε αορίστου χρόνου. Ετσι ανοίγει ο δρόμος και για άλλες αντίστοιχες μετατροπές.

Αποφάσεις - έκπληξη που εξέδωσαν τα εργατικά τμήματα του Αρείου Πάγου, ανατρέποντας αντίθετες εφετειακές αποφάσεις αλλά και την αντίθετη νομολογία της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, δέχονται ότι μπορούν να μονιμοποιηθούν συμβασιούχοι του ΟΤΕ (που είχαν προσληφθεί ως έκτακτο προσωπικό, με σύμβαση ορισμένου χρόνου) μολονότι ο Κανονισμός του (που έχει ισχύ νόμου) το απαγορεύει ρητά, όπως συμβαίνει και με αντίστοιχους νόμους ή Κανονισμούς άλλων φορέων, οργανισμών, επιχειρήσεων κ.λπ. Οι αποφάσεις του Αρείου Πάγου ξεπέρασαν τις αρνητικές για τους συμβασιούχους εισηγήσεις προς τον Αρειο Πάγο, που όρθωναν τα γνωστά συνταγματικά εμπόδια που προέκυψαν με την αναθεώρηση του Συντάγματος το 2001. Κατά τις αρεοπαγιτικές εισηγήσεις (τις παρόμοιες εφετειακές αποφάσεις και την αντίστοιχη νομολογία της Ολομέλειας) έπρεπε να υπερισχύσει η απαγόρευση μονιμοποίησης, αφού προβλέπεται από τον Κανονισμό, που έχει ισχύ νόμου.

Ανατροπή
Ωστόσο ο Αρειος Πάγος ανατρέπει τα δεδομένα ξαναφέρνοντας στο προσκήνιο τον απόλυτα προστατευτικό για τους εργαζόμενους νόμο 2112/20 (επί Ελ. Βενιζέλου) αφού δέχεται ότι πρέπει να εφαρμοστεί αυτός, που δεν επιτρέπει να υπογράφονται συμβάσεις με διαφορετικό «μανδύα» και έτσι να καταστρατηγούνται εργασιακά δικαιώματα. Συνεπώς δεν επιτρέπεται να εφαρμοστεί Κανονισμός (ή νόμος) που απαγορεύει μετατροπή των συμβάσεων, ακόμα και όταν οι εργαζόμενοι προσλαμβάνονται προσχηματικά ως συμβασιούχοι δήθεν για κάλυψη πρόσκαιρων ή επειγουσών αναγκών, ενώ στην πραγματικότητα απασχολούνται για κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών.


Οι αρεοπαγιτικές αποφάσεις έρχονται σε αντίθεση με τις γνωστές αποφάσεις της Ολομέλειας (19-20/7) κατά των συμβασιούχων, όπως επισημαίνει η δικηγόρος των εργαζομένων Μαργ. Στεφανάτου και εναρμονίζονται προς την πρόσφατη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, που άφησε τα ελληνικά δικαστήρια ελεύθερα να εφαρμόσουν τον προστατευτικό νόμο 2112/20, όπου το κρίνουν απαραίτητο. Ο ν. 2112 προβλέπει τη δυνατότητα μετατροπής των συμβάσεων ορισμένου χρόνου, εάν η διάρκειά τους δεν δικαιολογείται από τη φύση της εργασιακής σύμβασης, αλλά τέθηκε σκοπίμως για να καταστρατηγηθούν οι διατάξεις για την υποχρεωτική καταγγελία των εργασιακών συμβάσεων (δηλαδή για να αποφευχθεί η καταβολή αποζημίωσης απόλυσης, δώρων κ.λπ.). Το «σημείο - κλειδί» των αρεοπαγιτικών αποφάσεων είναι η διαπίστωση ότι η επίμαχη ρύθμιση του ν. 2112/20 (που επιτρέπει τις μετατροπές όταν καλύπτονται πάγιες ανάγκες, για να αποφεύγονται οι καταστρατηγήσεις) πρέπει να εφαρμόζεται και στην περίπτωση που η σύμβαση εργασίας καταρτίστηκε υποχρεωτικά ως ορισμένης διάρκειας επειδή έτσι ορίζει ο νόμος, όπως συμβαίνει με τον Κανονισμό του ΟΤΕ, που έχει ισχύ νόμου.

Δικαστήρια
Ο Άρειος Πάγος κρατά «ζωντανό» το δικαίωμα των δικαστηρίων να κρίνουν αποκλειστικά εκείνα ποιος είναι ο πραγματικός και ορθός χαρακτηρισμός μιας εργασιακής σχέσης, ανεξάρτητα από την ονομασία που της δίνει ο νομοθέτης ή ο εργοδότης. Επομένως -τονίζει ο Άρειος Πάγος- η απαγόρευση διά νόμου μετατροπής των συμβάσεων από ορισμένου σε αορίστου χρόνου, δεν εμποδίζει τα δικαστήρια να αναγνωρίσουν τον πραγματικό χαρακτηρισμό μιας εργασιακής σχέσης.

imerisia.gr