«Νονοί» κατ' επάγγελμα, με οργανωμένο δίκτυο που ήλεγχε μεγάλη μερίδα των καταστημάτων της παραλίας για μεγάλο χρονικό διάστημα, ήταν, σύμφωνα με την αστυνομία, δύο ανώτεροι αξιωματικοί της ΕΛ.ΑΣ., οι οποίοι συνελήφθησαν στο πλαίσιο του Αυτόφωρου, από κλιμάκια της Διεύθυνσης Εσωτερικών Υποθέσεων, ύστερα από έρευνες και παρακολουθήσεις ενός χρόνου, με τη βοήθεια και των σύγχρονων συστημάτων της ΕΥΠ.

Πρόκειται για έναν αστυνομικό διευθυντή, που σήμερα υπηρετεί σε υπηρεσία του Αρχηγείου της Αστυνομίας, πρώην διοικητή αστυνομικού τμήματος των Νοτίων Προαστίων και το νυν διοικητή του Τμήματος Ασφαλείας της ίδιας περιοχής, αστυνόμο Α'. Ο αστυνομικός διευθυντής είχε διατελέσει στο παρελθόν και στη φρουρά κορυφαίου στελέχους της πολιτικής ζωής του τόπου, απ' όπου, όμως, τον απομάκρυναν το 2003.

Για την ίδια υπόθεση συνελήφθη και η σύζυγος του αστυνομικού διευθυντή, η οποία, σύμφωνα με την αστυνομία, εισέπραττε τα χρήματα από τους καταστηματάρχες, όταν δεν μπορούσε να πάει ο άντρας της, ενώ κατηγορείται και ένας αστυφύλακας, ο οποίος δεν συνελήφθη, γιατί οι αξιωματικοί τον είχαν τοποθετήσει σε υπηρεσία σεκιούριτι, ως δεύτερη δουλειά και παλαιότερα μετέφερε χρήματα από την εταιρεία στον αστυνομικό διευθυντή.

Επιπλέον, στην ίδια δικογραφία κατηγορούνται και 12 ιδιοκτήτες καταστημάτων υγειονομικού ενδιαφέροντος (καφέ μπαρ, εστιατόρια, παιδότοποι, κέντρα διασκέδασης κ.λπ.) για δωροδοκία, επειδή πλήρωναν "προστασία" στους αξιωματικούς, είτε γιατί λειτουργούσαν με την κάλυψή τους χωρίς άδεια, είτε γιατί είχαν άδεια, αλλά κατέβαλλαν χρήματα, για να μην τους γίνονται αστυνομικοί έλεγχοι.

Όπως ανακοινώθηκε από την ΕΛ.ΑΣ., η έρευνα για την υπόθεση ξεκίνησε ύστερα από πληροφορίες στη Διεύθυνση Εσωτερικών Υποθέσεων και χρειάστηκε ένας χρόνος για να συλλεγούν τα απαραίτητα στοιχεία. Σύμφωνα με τις πληροφορίες αυτές, ο διοικητής του Τμήματος Ασφαλείας περιοχής των νοτίων προαστίων, με εκβιαστικό τρόπο, πουλούσε προστασία σε καταστήματα της περιοχής του, απαιτώντας οικονομικά ανταλλάγματα, ενώ διαθέτει αστυνομικούς σε υπηρεσίες ιδιωτικής φύλαξης (security).


Από την αστυνομική έρευνα, που διεξαγόταν με απόλυτη μυστικότητα, διαπιστώθηκε ότι τουλάχιστον από το Μάιο του 2010 οι δύο αξιωματικοί, μαζί με τη σύζυγο του ενός, είχαν συστήσει ομάδα που πουλούσε εκβιαστικά "προστασία" σε καταστηματάρχες. Ειδικότερα, απαιτούσαν χρηματικά ποσά που κυμαίνονταν από 1.000 έως 2.000 ευρώ. Τα ποσά αυτά εισέπρατταν σε δόσεις, μία ή δύο φορές το μήνα, κυρίως από καταστήματα της παραλιακής. Επίσης, προέκυψε ότι εκτός από την από κοινού δράση τους, λειτουργούσαν και αυτοτελώς.

Ταυτόχρονα, ο διοικητής του Τμήματος Ασφαλείας διαμεσολαβούσε, έναντι χρηματικής αμοιβής, για την τοποθέτηση κινητών καντινών, είτε εξωτερικά μεγάλων καταστημάτων είτε σε διάφορες αθλητικές ή συναυλιακές εκδηλώσεις. Επίσης, με χρηματικά ανταλλάγματα, μεσολαβούσε για την ανάθεση καθηκόντων προστασίας διαφόρων εκδηλώσεων σε συγκεκριμένες ιδιωτικές εταιρείες σεκιούριτι ή τη διάθεση του αστυφύλακα που δεν συνελήφθη σε υπηρεσίες ιδιωτικής φύλαξης.

Ο αστυνομικός διευθυντής, επίσης, καίτοι γνώριζε τη λειτουργία παράνομων χαρτοπαικτικών λεσχών και τυχερών παιγνίων σε περιοχές της Αθήνας, όχι μόνο δεν έκανε το καθήκον του, αλλά ήλθε σε επαφή με έναν από τους ιδιοκτήτες, προσφέροντας προστασία στο κατάστημα. Το απόγευμα της Τετάρτης, ο αστυνομικός διευθυντής συνελήφθη από αστυνομικούς της Διεύθυνσης Εσωτερικών Υποθέσεων, μόλις παρέλαβε 1.000 ευρώ σε προσημειωμένα χαρτονομίσματα από τον ιδιοκτήτη καταστήματος της παραλιακής και αμέσως μετά συνελήφθησαν η σύζυγός του και ο αστυνόμος.

Κατά τη διάρκεια της έρευνας που έγινε στο σπίτι του ενός αξιωματικού, παρουσία εισαγγελέα, βρέθηκε ποσότητα χασίς, βάρους 15,3 γραμμαρίων. Οι τρεις συλληφθέντες θα οδηγηθούν στον εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών. Οι δύο αξιωματικοί κατηγορούνται κατά περίπτωση για: "εγκληματική οργάνωση", "παθητική δωροδοκία κατά συναυτουργία", "εκβίαση κατ' επάγγελμα και κατ΄ εξακολούθηση", "πρόκληση και προσφορά για την εκτέλεση πλημμελήματος", "κατοχή ναρκωτικών ουσιών", καθώς και για τις διατάξεις που αφορούν στην "πρόληψη και καταστολή της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες".

Οι ποινικές κατηγορίες που βαρύνουν τη σύζυγο του αστυνομικού διευθυντή αφορούν τις διατάξεις της "εγκληματικής οργάνωσης", της "άμεσης συνέργειας σε παθητική δωροδοκία", καθώς και τις διατάξεις για "ξέπλυμα" χρήματος. Με απόφαση του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας, οι δύο αξιωματικοί και ο αστυφύλακας τέθηκαν σε διαθεσιμότητα, ενώ διατάχθηκε Ένορκη Διοικητική Εξέταση.