Σχεδόν βέβαιη θεωρείται η επιτοκιακή αύξηση του Ιουλίου από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ), ύστερα μάλιστα από τις εντυπωσιακές προβλέψεις της Μπούντεσμπανκ για την ανάπτυξη της γερμανικής οικονομίας αλλά και τις δηλώσεις του Γιούργκεν Σταρκ, μία ημέρα αφότου ο διοικητής της Ζαν-Κλοντ Τρισέ χρησιμοποίησε τη φράση «ύψιστη επαγρύπνηση».

Σε δηλώσεις του στην τηλεόραση του Reuters, ο κ. Σταρκ, μέλος του εκτελεστικού συμβουλίου της ΕΚΤ, έδωσε πολύ μεγάλη πιθανότητα στην αύξηση του επιτοκίου τον Ιούλιο στο 1,5%, προσθέτοντας ότι αυτό είναι κάτι που θα εξαρτηθεί από τις εξελίξεις των προσεχών τριών έως τεσσάρων εβδομάδων.

Ο αξιωματούχος θεωρεί αναγκαία την αύξηση των επιτοκίων, προκειμένου να διασφαλιστεί η σταθερότητα των τιμών στην Ευρωζώνη. Την ίδια στιγμή, η τελευταία δημοσκόπηση του Reuters έδειξε ότι και οι 57 οικονομολόγοι που συμμετείχαν σε αυτή, πιστεύουν ομόφωνα σε μια επιτοκιακή αύξηση τον Ιούλιο. Αντίθετα, στη δημοσκόπηση της προηγούμενης εβδομάδας, οι 72 από τους 74 οικονομολόγους προέβλεψαν μια αύξηση στο τρίτο τρίμηνο, με τους 46 να την περιορίζουν χρονικά τον Ιούλιο.

Ο διοικητής της ΕΚΤ υπογράμμισε χθες για μια ακόμη φορά την ανάγκη για καλύτερη διακυβέρνηση στην Ευρωζώνη λέγοντας σε συνέδριο στη Φραγκφούρτη ότι «το να διαχειρίζεται κάποιος τόσο τεράστιες και διαφορετικές οικονομίες που έχουν κοινό νόμισμα είναι μία επιπλέον πρόκληση σε μια ένωση κυρίαρχων κρατών απ' ό,τι σε μία ομοσπονδία».

«Γι' αυτό και η οικονομική πολιτική κάθε χώρας-μέλους της Ευρωζώνης θα πρέπει να προσαρμόζεται στις απαιτήσεις της ευρωπαϊκής νομισματικής ένωσης», είπε χαρακτηριστικά. Επίσης, ο κ. Τρισέ προειδοποίησε ότι οι χώρες της Ευρωζώνης που πρέπει να προχωρήσουν σε περισσότερες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις έχουν σχετικά χαμηλές προοπτικές ανάπτυξης μετά την κρίση.

Οι χώρες της Ευρωζώνης που επλήγησαν περισσότερο από την κρίση, σύμφωνα με τον κ. Τρισέ, είναι αυτές που είτε είχαν ανισορροπίες από μεγάλες «φούσκες» ενεργητικού, είτε δεν αντιμετώπισαν εγκαίρως τα διαρθρωτικά τους προβλήματα. Ειδικότερα, είπε, η Ελλάδα και η Ιρλανδία παρέμειναν σε ύφεση το 2010.