Ο Πάτρικ Λι Φέρµορ, από τους σηµαντικότερους συγγραφείς της παγκόσµιας ταξιδιωτικής λογοτεχνίας που «έφυγε» στα 96 του, αγάπησε την Ελλάδα περισσότερο ίσως και από την πατρίδα του τη Βρετανία.

Ηταν 26 Απριλίου 1944. Ο Πάτρικ Λι Φέρµορ και ο λοχαγός Μπίλι Στάνλεϊ Μος ήταν έτοιµοι να εκτελέσουν µία σηµαντική αποστολή: να απαγάγουν τον γερµανό διοικητή Κρήτης Χάινριχ Κράιπε.

Ντυµένοι γερµανοί στρατιώτες, έχοντας µαζί τους και τρεις κρητικούς συντρόφους, ντυµένοι και αυτοί µε γερµανική στολή, σταµάτησαν το αυτοκίνητο του γερµανού στρατηγού την ώρα που επέστρεφε στηνοικία του, τη Βίλα Αριάδνη, νότια του Ηρακλείου. Ο Μπίλι Μος που αργότερα θα εξελισσόταν σε ταξιδευτή, δηµοσιογράφο και µπεστσελερίστα συγγραφέα – δικό του ήταν το βιβλίο πάνω στο οποίο βασίστηκε η ταινία για την απαγωγή του Κράιπε – εξουδετέρωσε τον οδηγό και πήρε το τιµόνι. Ο Φέρµορ κάθησε στη θέση του συνοδηγού βάζοντας στο κεφάλι το καπέλο του στρατηγού. Τον Κράιπε τον έβαλαν κάτω από το πίσω κάθισµα και από πάνω κάθησαν οι τρεις κρητικοί σύντροφοί τους. Με το Οπελ του στρατηγού πέρασαν από 22 γερµανικά µπλόκα και µέσα από το κέντρο του Ηρακλείου.

Οταν βγήκαν από την πόλη, άφησαν το αυτοκίνητο και άρχισαν να πεζοπορούν επί τρεις εβδοµάδες στα βουνά. Στόχος, να φτάσουν σε σηµείο όπου τους περίµενε βρετανικό υποβρύχιο. Τα κατάφεραν. Στον δρόµο, κάποια στιγµή ο Κράιπε ο οποίος κοίταζε τα χιόνια στο όρος Ιδη άρχισε να απαγγέλει στα λατινικά µία ωδή του Οράτιου– σχεδόν από µέσα του – που είχε σχέση µε αυτά που έβλεπε. Οταν τελείωσε έναν στίχο και σταµάτησε, πήρε τη σκυτάλη ο Πάτρικ Λι Φέρµορ που απήγγειλε από στήθους όλο το υπόλοιπο ποίηµα. «Ach so, HerrMajor!» («Α, έτσι ταγµατάρχα») είπε οΚράιπε. «Ja, Herr General» («Ναι, Στρατηγέ»), απάντησε ο πολύγλωσσος Φέρµορ. Εκτοτε η σχέση τους άλλαξε. Και πολλά χρόνια αργότερα, τη δεκαετία του ‘70,βρέθηκαν στην ελληνική τηλεόραση µαζί, σε εκποµπή του Φρέντυ Γερµανού.

Αλλά ο Φέρµορ δεν είχε από την αρχή σκοπό να υπηρετήσει στη SOE. Οταν ξέσπασε ο πόλεµος που τον βρήκε να ζει έναν έρωτα στη Μολδαβία µε µία πριγκίπισσα µε βυζαντινές ρίζες, θέλησε να καταταγεί σε ιρλανδικό στρατιωτικό σώµα – ήταν άλλωστε κατά το ήµισυ Ιρλανδός. Νωρίτερα, το 1935, αναµείχθηκε σχεδόν κατά λάθος στο κίνηµα του Βενιζέλου στη Θεσσαλονίκη αλλά από την πλευράτων φιλοβασιλικών, µε τους οποίους είχαν ταχθεί κάποιοι φίλοι του.

Οι Βρετανοί, πάντως, όταν ανακάλυψαν ότι µιλάει ελληνικά, τον έστειλαν πρώτα στην Αλβανία και µετά την επέλαση των Γερµανών, στην Κρήτη, όπου έµεινε δύο χρόνια. Θα πει αργότερα για τους Κρητικούς, µε αφορµή τη συµµετοχή τους στην απαγωγή τού Κράιπε: «Οι Κρητικοί ήταν εκ φύσεως οι καλύτεροι µαχητές αντάρτες στον κόσµο. Ηταν τόσο συνηθισµένοι στις απαγωγές κοριτσιών που την ιδέα της απαγωγής ενός γερµανού στρατηγού την είδαν σαν µια µεγάλη ευκαιρία για διασκέδαση».

Τα περισσότερα βιβλία του, ο Πάτρικ Λι Φέρµορ τα έγραψε στην Καρδαµύλη. Το µεγάλο του ταξίδι από την Ολλανδία στην Κωνσταντινούπολη του ενέπνευσε µια τριλογία της οποίας µόνο τα πρώτα δύο βιβλία εξέδωσε: ήταν «Η εποχή της δωρεάς» και «Ανάµεσα στα δάση και τα νερά» που µόλις τα τελευταία χρόνια εκδόθηκαν στα ελληνικά (Μεταίχµιο). Η «Μάνη» και η «Ρούµελη» κυκλοφόρησαν αρκετά νωρίτερα (Κέδρος) ενώ «Τα βιολιά του Σαιν Ζακ» κυκλοφόρησαν τη δεκαετία του ‘90 από την Εστία.

Γνωστό τον έκανε το «The Traveller’s tree» (ακυκλοφόρητο στην Ελλάδα) που γράφτηκε το 1950 και έχει να κάνει µε ένα ταξίδι του στην Καραϊβική.

Για όλους όµως ήταν ένας Βρετανός που συνέδεσε το όνοµά του µε την Ελλάδα. Και ο ίδιος, άλλωστε, είπε προς το τέλος της ζωής του: «Η καρδιά µου βρίσκεται και στις δύο χώρες. Η Αγγλία δεν είναι για µένα µία ξένη χώρα. Αγαπώ και τις δύο. Πραγµατικά τις αγαπώ».

ΤΑ ΝΕΑ