Μεγάλες επιβαρύνσεις στα εισοδήματα των μισθωτών, των ελεύθερων επαγγελματιών και των συνταξιούχων, φέρνει το πακέτο των σαρωτικών φορολογικών μέτρων που ανακοίνωσε η κυβέρνηση στο πλαίσιο του Μεσοπρόθεσμου Προγράμματος.

Η μείωση του αφορολόγητου ορίου στις 8.000 από 12.000 ευρώ, σημαίνει 400 ευρώ πρόσθετο φόρο για όσους έχουν εισόδημα άνω των 12.000 ευρώ. Εξαιρούνται όσοι είναι έως 30 ετών, όσοι έχουν αναπηρία και οι συνταξιούχοι άνω των 65 ετών.

Συνεπώς, εξαιρούνται περίπου 600.000 άτομα από το 1,3 εκατομμύριο συνολικά που δηλώνουν ετήσιο εισόδημα από 8.000-12.000 ευρώ. 

Έτσι λοιπόν, μισθωτός με εισόδημα 15.000 ευρώ που πλήρωσε για τα εισοδήματα του 2010 φόρο 540 ευρώ, θα πληρώσει για τα φετινά εισοδήματα 940 ευρώ (+74%) και μισθωτός με εισόδημα 20.000 ευρώ θα πληρώσει φόρο 2.080 ευρώ από 1.680 ευρώ πέρυσι (+23,8%).

Σημειώνεται ότι η επίπτωση από τη μείωση του αφορολόγητου είναι οριζόντια, δηλαδή επιβαρύνονται το ίδιο τόσο οι χαμηλόμισθοι όσο και οι υψηλόμισθοι.

Για παράδειγμα, αυτοί που έχουν εισοδήματα 100.000 ευρώ, για το 2010 πλήρωσαν φόρο εισοδήματος 31.600 ευρώ και για το 2011 θα πληρώσουν 32.000 ευρώ. 

Για τα εισοδήματα από τις 12.000 έως τις 16.000 ευρώ (συντελεστής 18%) αναλογεί φόρος κλιμακίου 720 ευρώ και ο συνολικός φόρος είναι 1.120 ευρώ.

Για τα εισοδήματα από τις 16.000 έως τις 22.000 ευρώ (συντελεστής 24%) αναλογεί φόρος κλιμακίου 1.440 ευρώ και συνολικός φόρος 2.560 ευρώ.

Μισθωτοί και συνταξιούχοι θα δουν από την 1η Ιουλίου αυξημένη παρακράτηση φόρου, καθώς η παρακράτηση του φόρου μισθωτών υπηρεσιών θα ξεκινά από τις 8.001 ευρώ, αντί 12.001 ευρώ σήμερα. Η μείωση θα εφαρμοσθεί αναδρομικά από την 1η Ιανουαρίου 2011. 

Σε ό,τι αφορά την έκτακτη εισφορά θα υπολογίζεται από το πρώτο ευρώ του εισοδήματος, για όσους έχουν εισόδημα άνω των 12.000 ευρώ.

Οι συντελεστές είναι 1% έως τις 20.000 ευρώ (δηλαδή, μισθωτός με εισόδημα 16.000 ευρώ θα πληρώσει εισφορά 160 ευρώ), 2% έως τις 50.000 ευρώ, 3% έως τις 100.000 ευρώ και 4% πάνω από τις 100.000 και 5% για όσους κατέχουν δημόσια αξιώματα (βουλευτές, αιρετοί της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, μετακλητοί υπάλληλοι και διοικητές οργανσμνών. 

Όπως διευκρινίστηκε από το υπουργείο Οικονομικών, προβλέπονται ειδικές ρυθμίσεις για όσους βρίσκονται στα όρια κάθε κλίμακας, οι οποίοι και θα φορολογούνται με τον χαμηλότερο συντελεστή, εφόσον το καθαρό τους εισόδημα μετά την αφαίρεση της εισφοράς είναι χαμηλότερο από το όριο της κλίμακας.

Για παράδειγμα, φορολογούμενος με εισόδημα 19.999 ευρώ (με συντελεστή 1%) πληρώνει εισφορά 199,99 ευρώ (19.999 - 199,99 = 19.800 περίπου). Ο Β, με εισόδημα 20.001 ευρώ (συντελεστής 2%) πληρώνει, όμως, 400 ευρώ (20.001 - 400 = 19.600 περίπου). Σε αυτή την περίπτωση, ο Β μεταπηδά στη μικρότερη κλίμακα με συντελεστή 1%.

Από την αύξηση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης στο πετρέλαιο θέρμανσης, η επιβάρυνση υπολογίζεται στα 40 ευρώ ανά 1.000 λίτρα , δηλαδή περίπου 100 ευρώ το χρόνο. Η αύξηση στην λιναική τιμή υπολογίζεται στα 5-6 λεπτά το λίτρο.

Η επιβάρυνση από τη μείωση του αφορολόγητου ορίου του Φόρου Ακίνητης Περιουσίας στις 200.000 ευρώ αντικειμενική αξία από 400.000 ευρώ, για όσους πλήρωναν μέχρι σήμερα ΦΑΠ είναι 200 ευρώ και 1 έως 200 ευρώ για όσους έχουν ακίνητα αξίας από 200.000 έως 400.000 ευρώ.

Το σχέδιο του υπουργείου Οικονομικών προβλέπει συντελεστή 2 τοις χιλίοις από τις 200.000 έως τις 600.000 ευρώ.

Ασαφές είναι ακόμα τι θα γίνει με όσους εργαζόμενους αμείβονται με τα «μπλοκάκια». Ο υπουργός Οικονομικών Ευ. Βενιζέλος δεσμεύτηκε ότι όσοι έχουν κάνει έναρξη επαγγέλματος και αμείβονται ως ελεύθεροι επαγγελματίες, ενώ στην πραγματικότητα δουλεύουν ως εργαζόμενοι.

Ανοικτό είναι το ενδεχόμενο εξαίρεσης όσων είναι μισθωτοί και έχουν εισοδήματα από ελευθέρια επαγγέλματα και στους οποίους τα εισοδήματα από μισθωτές υπηρεσίες είναι υψηλότερα σε σύγκριση με αυτά του επιτηδεύματος.

Για τους ελεύθερους επαγγελματίες, η επιπλέον επιβάρυνση θα είναι τα 400 ευρώ φόρος από τη μείωση του αφορολόγητου, 300 ευρώ (μεσοσταθμικά) από το τέλος επιτηδεύματος, 400 ευρώ από το πετρέλαιο θέρμανσης, 200 ευρώ από τον ΦΑΠ, καθώς και το ποσό που προκύπτει από την έκτακτη εισφορά.

Για τους συνταξιούχους, η αύξηση των συντελεστών της Ειδικής Εισφοράς Συνταξιούχων για συντάξεις από 1.700 ευρώ και πάνω, σημαίνει ότι επιβαρύνονται με 40 ευρώ συντάξεις 2.000 ευρώ και με 140 ευρώ συντάξεις 3.500 ευρώ.

Με την έκτακτη ειδική εισφορά για συνταξιούχους κάτω των 60 ετών, με συντάξεις άνω των 1.700, χάνουν περίπου 150 ευρώ συντάξεις ύψους 2.300 και από 300 ευρώ συντάξεις πάνω από 2.900.

Με την ειδική κλιμακωτή εισφορά στις επικουρικές συντάξεις άνω των 300 ευρώ «κόβονται» από 10 ευρώ για συντάξεις 350, έως 60 και πλέον ευρώ για τις επικουρικές άνω των 600 ευρώ.

Επίσης, προκύπτει 400 ευρώ πρόσθετος φόρος για όσους έχουν εισόδημα άνω των 12.000 ευρώ λόγω της μείωσης του αφορολόγητου και είναι κάτω των 65 και χωρίς αναπηρία, επιβάρυνση με 100 ευρώ το χρόνο από το πετρέλαιο θέρμανσης και επιβάρυνση κατά 200 ευρώ από τη μείωση του αφορολόγητου του ΦΑΠ.

(in.gr)