Μια ιδιαίτερα τιμητική διάκριση δέχτηκε ο κρητικής καταγωγής Καθηγητής Μοριακής Βιολογίας Φώτης Καφάτος από την κορυφαία Ακαδημία Επιστημών της Γερμανίας, για τη συμβολή του στην επιστήμη και την έρευνα.

Πρόκειται για το “Μετάλλιο Leibniz” που καθιερώθηκε το 1993 και απονέμεται σε ερευνητές για την συνολική τους προσφορά στην προαγωγή της επιστήμης, ενώ μέχρι σήμερα έχει αποδοθεί σε 15 μόνο επιστήμονες παγκοσμίως.

Με εκατοντάδες δημοσιευμένες επιστημονικές εργασίες στα εγκυρότερα περιοδικά του κόσμου, ο άνθρωπος που έγινε ο νεαρότερος καθηγητής του Χάρβαρντ, μόλις στα 29 του χρόνια, δήλωσε για τη βράβευσή του.

«Με τιμά ιδιαίτερα αυτή η διάκριση. Οδηγούμε από τη βαθιά μου αγάπη για τη Βιολογία και την επιστημονική ανακάλυψη από τότε που ήμουν παιδί. Είμαι αρκετά τυχερός που κατάφερα να πραγματοποιήσω το όνειρό μου να γίνω όχι απλά ένας επιστήμονας αλλά ένας πολυμαθής άνθρωπος».

Ο διαπρεπής Έλληνας επιστήμονας, από τα ιδρυτικά στελέχη του Πανεπιστημίου Κρήτης, του Ινστιτούτου Τεχνολογίας και Έρευνας και του Ινστιτούτου Μοριακής Βιολογίας και Βιοτεχνολογίας του Ηρακλείου, όπως και της σχολής Βιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, διευθυντής επί σειρά ετών του Ευρωπαϊκού Εργαστηρίου Μοριακής Βιολογίας που εδρεύει στη Χαϊδελβέργη, πρόεδρος μέχρι πέρυσι και πρωτεργάτης για την καθιέρωση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Έρευνας, έχει εργαστεί για την προώθηση της επιστημονικής έρευνας τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό.

Πολλοί τον αποκαλούν «πατέρα της Βιολογίας» στην Ελλάδα ενώ είναι από τους πρώτους επιστήμονες που εισήγαγαν τη μοριακή βιολογία στη μελέτη της ανάπτυξης.

Έχει ασχοληθεί με τη σύνθεση DNA, την κλωνοποίηση, τον καθορισμό αλληλουχίας (για Β-σφαιρίνη), το dot-blot (κουκίδα-στύπωμα) και την ανάλυση των οικογενειών γονιδίων στην ανάπτυξη και εξέλιξη (χοριακή οικογένεια γονιδίων).

Σήμερα είναι καθηγητής στο Imperial College του Λονδίνου από όπου συνεχίζει τις ερευνητικές του δραστηριότητες στον τομέα της Μοριακής Βιολογίας των ανώτερων οργανισμών.

Δεν παραλείπει ωστόσο να επισκέπτεται τη γενέτειρά του, το Ηράκλειο, ενώ κάθε καλοκαίρι για δύο εβδομάδες κάνει τις διακοπές του στη Σούγια.

Ποιός είναι ο Φώτης Καφάτος

Γεννήθηκε στις 16 Απριλίου του 1940 στο Ηράκλειο της Κρήτης, όπου και ολοκλήρωσε τις εγκύκλιές ιες σπουδές του. Στη συνέχεια σπούδασε Ζωολογία και Βιολογία στα Πανεπιστήμια Cornell (1961)και
Harvard (1962) των Η.Π.Α. και το 1965 αναγορεύτηκε Διδάκτορας Βιολογίας στο ίδιο Πανεπιστήμιο

Από το 1965 έως το 1969 διατέλεσε Επίκουρος Καθηγητής της Βιολογίας στο Harvard University καιι από το 1969 μέχρι το 1994 Τακτικός Καθηγητής της Βιολογίας στο ίδιο Πανεπιστήμιο, ενώ μεταξύ 1978
και 1981 διεύθυνε την έδρα της Κυτταρικής και Αναπτυξιακής Βιολογίας (Cellular and Developmental Biology - CDB)

Το 1972 έγινε Τακτικός Καθηγητής στην έδρα Γενικής Βιολογίας του Τμήματος Βιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, στην οποία παρέμεινε μέχρι το 1982, οπότε εκλέχθηκε Καθηγητής Mοριακής και Αναπτυξιακής Bιολογίας στο Τμήμα Βιολογίας του Πανεπι- στημίου Κρήτης.

Την ίδια χρονιά (1982) ίδρυσε το Ινστιτούτο Μοριακής Βιολογίας και Βιοτεχνολογίας (ΙΜΒΒ), στο πλαίσιο του Ιδρύματος Τεχνολογίας και Έρευνας (ΙΤΕ) που εδρεύει στο Ηράκλειο Κρήτης, και εργάσθηκε εκεί ως Διευθυντής του μέχρι το 1993.

Από το 1993 μέχρι το 2005 διατέλεσε Γενικός Διευθυντής και Επικεφαλής Ερευνητικής Ομάδας στο European Molecular Biology Laboratory (EMBL - Heidelberg, Germany), όπου υπό την καθοδήγησή του, δημιουργήθηκαν επιτυχώς τρεις νέοι κλάδοι του EMBL: το Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο Βιοπληροφορικής (European Bioinformatics Institute, EBI) στο Hinxton, του Ηνωμένου Βασιλείου, το Πρό- γραμμα Βιολογίας των Ποντικών στο Monterotondo, της Ιταλίας, και η Μονάδα Αναπτυξιακής Βιολογίας στο Κεντρικό Εργαστήριο της Χαϊδελβέργης, στη Γερμανία.

Το 2005 έγινε Καθηγητής της Ανοσογονιδιωματικής στο Imperial College, London, Department of Life Sciences, Division of Cell & Molecular Biology, Centre for Integrative Systems Biology.

Το 2006 ανέλαβε πρώτος Πρόεδρος του European Research Council (ERC), θέση από την οποία παραιτήθηκε το 2010, πριν την επίσημη λήξη της θητείας του, προκειμένου να επιστρέψει στα διδακτικά και ερευνητικά του καθήκοντα και ειδικότερα στην έρευνα για την καταπολέμηση της ελονοσίας.

Το 2007 εκλέχθηκε Adjunct Professor Ανοσολογίας και Λοιμωδών Νοσημάτων στη Harvard School of Public Health των Η.Π.Α.

Είναι ένας από τους πρωτοπόρους στην παγίωση της μοριακής προσέγγισης της έρευνας της Ανάπτυξης και στην καθιέρωση της Τεχνολογίας του Ανασυνδυασμένου DNA.

Χρησιμοποίησε την τεχνολογία αυτή σε πρωτοπόρες αναλύσεις της μοριακής γονιδιακής εξέλιξης στα έντομα. Υπήρξε ο θεμελιωτής του προγράμματος της χαρτογράφησης και αλληλούχισης του γωνιδιώματος της Drosophila melanogaster και τη δεκαετία 2000 - 2010 ήταν πρωτοπόρος στην αποκρυπτογράφηση του κουνουπιού-φορέα της ελονοσίας στον άνθρωπο, καθώς και στην ανάπτυξη νέων προσεγγίσεων για την καταπολέμηση της ελονοσίας.

Τα επιστημονικά του επιτεύγματα έχουν αναγνωριστεί μέσα από πολυάριθμα μετάλλια, τιμητικούς τίτλους και αξιώματα καθηγητή και μέλους σε 9 Ακαδημίες, ανάμεσα στις οποίες η Εθνική Ακαδημία Επιστημών των ΗΠΑ, η Royal Society of London (ξένο μέλος), η Γαλλική Ακαδημία Επιστημών (Μέλος) και η Ποντιφική Ακαδημία Επιστημών.

Οι δημοσιευμένες επιστημονικές εργασίες του που αναφέρονται στην PubMed είναι εντυπωσιακές τόσο από πλευράς ποσότητας (υπερβαίνουν τις 350) όσο και από πλευράς ποιότητας (έχουν δημοσιευθεί στα πλέον έγκυρα επιστημονικά περιοδικά).