Χειροτερεύει το πολιτικό κλίμα στην ΠΓΔΜ μετά την απόφαση, χθες, του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης και άλλων τριών μικρότερων αντιπολιτευόμενων κομμάτων να αποχωρήσουν από τη Βουλή, καθώς και τις εξελίξεις αναφορικά με τα ΜΜΕ του ομίλου του Βέλια Ράμκοφσκι, τα οποία επικρίνουν σφοδρά την κυβέρνηση και η περαιτέρω λειτουργία τους τίθεται υπό αμφισβήτηση.

Ο πρόεδρος της Βουλής, Τράικο Βελιάνοφσκι, απηύθυνε σήμερα έκκληση στα κόμματα της αντιπολίτευσης να επιστρέψουν στη Βουλή, καθώς, όπως ανέφερε, όλα τα ανοιχτά ζητήματα πρέπει να διευθετούνται μέσω του πολιτικού διαλόγου και ότι η αποχή από τις εργασίες της Βουλής δεν αποτελεί ενδεδειγμένο τρόπο για την επίλυσή τους και αντιβαίνει στα εθνικά συμφέροντα της χώρας.

Χθες, το μεγαλύτερο κόμμα της αντιπολίτευσης, η «Σοσιαλδημοκρατική Ένωση» (SDSM) του Μπράνκο Τσερβένκοφσκι και άλλα τρία μικρότερα κόμματα της αντιπολίτευσης αποφάσισαν να αποχωρήσουν από την Βουλή.

Ο Μπράνκο Τσερβένκοφσκι ανέφερε ότι το κόμμα του αναγκάζεται να προβεί στην ενέργεια αυτή, λόγω της «απολυταρχικού και αντιδημοκρατικού τρόπου διακυβέρνησης της χώρας από τον Νίκολα Γκρούεφσκι», ενώ επέκρινε ιδιαίτερα την κυβέρνηση για την κατάσταση που έχει δημιουργηθεί στο χώρο των ΜΜΕ.

Έπειτα από αυτή την απόφαση, τα αντιπολιτευόμενα κόμματα τα οποία εξακολουθούν να συμμετέχουν στις εργασίες της Βουλής της ΠΓΔΜ είναι -πλέον - μόνο δύο, το σλαβικό κόμμα «Φιλελεύθερο- Δημοκρατικό Κόμμα» του Γιόβαν Μανασίεφσκι και το αλβανικό κόμμα «Νέα Δημοκρατία» του Ίμερ Σελμάνι, με συνολικά 8 βουλευτές. Επισημαίνεται ότι το έτερο αντιπολιτευόμενο αλβανικό κόμμα -"Δημοκρατικό Κόμμα Αλβανών» (DPA) του οποίου ηγείται ο Μέντουχ Θάτσι- απέχει από τις εργασίες της Βουλής της ΠΓΔΜ ήδη από τον Αύγουστο του 2009.

Αντιδράσεις με τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης

Όλος ο σημερινός Τύπος των Σκοπίων συνδέει την απόφαση του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης να αποχωρήσει από την Βουλή με τις εξελίξεις και την τύχη των ΜΜΕ του ομίλου του Β. Ράμκοφσκι.

Ο όμιλος αυτός έχει στην ιδιοκτησία του τον μεγαλύτερο σε τηλεθέαση τηλεοπτικό σταθμό στη χώρα-τον «Α1"- και τρεις ημερήσιες εφημερίδες, την «Βρέμε» (Vreme), την «Σπιτς» (Spic) και την «Κόχα ε Ρε» (Koha e Re).

Την Πέμπτη, οι δικαστικές αρχές της ΠΓΔΜ έδωσαν εντολή για τη δέσμευση των τραπεζικών λογαριασμών του ΜΜΕ του ομίλου του Β. Ράμκοφσκι, με αποτέλεσμα να απειλείται η περαιτέρω λειτουργία τους.

Ο σταθμός «Α1», ως ένδειξη διαμαρτυρίας, από προχθές το βράδυ, μεταδίδει τα δελτία ειδήσεων και τις ενημερωτικές εκπομπές του μπροστά από το κτίριο της κυβέρνησης της ΠΓΔΜ.

Οι αρχές της ΠΓΔΜ προχώρησαν στη δέσμευση των τραπεζικών λογαριασμών του ομίλου Ράμκοφσκι στο πλαίσιο των ερευνών που διεξάγουν κατά του ομίλου, μετά από στοιχεία που συγκέντρωσαν για φοροδιαφυγή και ξέπλυμα χρήματος από εταιρίες που ελέγχονται από τον αναφερόμενο επιχειρηματία.

Ο Β. Ράμκοφσκι και οι 13 ακόμη συνεργάτες και μέλη της οικογένειας του συνελήφθησαν στις 23 Δεκεμβρίου 2010 και από τότε βρίσκονται υπό κράτηση σε φυλακή των Σκοπίων.

Ο ίδιος ο Β. Ράμκοφσκι αρνείται τις κατηγορίες αυτές και αναφέρει ότι η δίωξή του έχει καθαρά πολιτικά κίνητρα, λόγω της έντονης κριτικής που ασκεί ο «Α1» και οι τρεις ημερήσιες εφημερίδες του ομίλου, στην κυβέρνηση του Νίκολα Γκρούεφσκι.

Η όλη κατάσταση που έχει δημιουργηθεί από χθες βρίσκεται στο επίκεντρο των αναφορών των ΜΜΕ των Σκοπίων.

Τα αντιπολιτευόμενα ΜΜΕ της ΠΓΔΜ προβάλλουν την αναφορά του Μπράνκο Τσερβένκοφσκι, κατά τη διάρκεια της χθεσινής συνέντευξης Τύπου: «Αυτό είναι το Κοινοβούλιο του Γκρούεφσκι, όπως πάντα το επιθυμούσε - χωρίς αντιπολίτευση», ενώ τα φιλοκυβερνητικά ΜΜΕ υπογραμμίζουν ότι η απόφαση των κομμάτων της αντιπολίτευσης να απέχουν από τις εργασίες της Βουλής υπονομεύει τα συμφέροντα και την ευρωπαϊκή προοπτική της ΠΓΔΜ και στοχεύει στην κάλυψη του «οικονομικού εγκλήματος» που έχει διαπράξει ο Β. Ράμκοφσκι.

Παράλληλα, ο πρεσβευτής των ΗΠΑ στην ΠΓΔΜ Φίλιπ Ρίκερ συναντήθηκε χθες με τον πρωθυπουργό της ΠΓΔΜ Νίκολα. Γκρούεφσκι. Ο κ. Ρίκερ, μετά τη συνάντηση, εξέφρασε την ανησυχία του για τον περαιτέρω τρόπο λειτουργίας της Βουλής και για την κατάσταση που έχει προκληθεί στον χώρο των ΜΜΕ.