Στις ελληνικές θάλασσες ζει και αναπαράγεται ο μισός παγκόσμιος πληθυσμός του είδους, δηλαδή 250 με 300 φώκιες. Ο κυριότερος λόγος που η χώρα μας φιλοξενεί τις περισσότερες φώκιες στη Μεσόγειο είναι γιατί προσφέρει στο είδος ασφαλή απομόνωση.

Άλλοτε η φώκια σύχναζε σε ανοιχτές παραλίες. Με τα χρόνια όμως εξελίχθηκε σε λιγότερο κοινωνικό είδος το οποίο αναζητά απρόσιτες σπηλιές για να προστατευθεί ή να γεννήσει, εξαιτίας της καταδίωξής του από τον άνθρωπο και της προοδευτικής καταστροφής των παράκτιων οικοσυστημάτων.

Οπως προέκυψε από το ευρωπαϊκό πρόγραμμα Life «Θάλασσα», το οποίο υλοποιούν η MOm και το WWF Ελλάς σε συνεργασία με το Ινστιτούτο Κητολογικών Ερευνών Πέλαγος και το Tethys Research Institute, η Monachus monachus παρατηρείται σε όλη την παράκτια και νησιωτική ζώνη της Ελλάδας, εκτός από τους δύο κλειστούς κόλπους του Κορινθιακού και του Αμβρακικού.


Η Monachus monachus έχει πάντα υγρά μάτια γιατί δεν έχει δακρυϊκό πόρο. Έτσι μοιάζει πάντα να κλαίει. Τα δάκρυά της κυλούν συνεχώς και σχηματίζουν γύρω από τα μάτια της μία υγρή μάσκα.


Κάποτε οι φώκιες εξαπλώνονταν σε όλες τις ακτές της Μεσογείου. Η πρώτη μαζική εξόντωση ολόκληρων κοπαδιών ξεκίνησε κατά τη Ρωμαϊκή εποχή για να πάρουν το κρέας, το λίπος και το δέρμα τους. Οι Ρωμαίοι τις χρησιμοποιούσαν και για ψυχαγωγικούς λόγους στις ρωμαϊκές αρένες. Το λατινικό της όνομα Monachus monachus προέρχεται ετυμολογικά από την ελληνική λέξη «μοναχός».


Τα θηλυκά εμφανίζουν χρωματισμούς μεταξύ του καφέ - μπεζ και γκρι - ασημί Τα αρσενικά εμφανίζονται σκούρα γκρι ή μαύρα, με μια ευδιάκριτη λευκή περιοχή στην κοιλιά.


Ορισμένοι υποστηρίζουν ότι ονομάστηκε έτσι επειδή είναι μοναχικό ζώο και δεν σχηματίζει μεγάλες κοινωνικές ομάδες. Σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις όμως πιο παλιά οι μεσογειακές φώκιες ζούσαν σε κοπάδια. Πιο πιθανή φαίνεται να είναι η εκδοχή που υποστηρίζει ότι το όνομά της το οφείλει στην εμφάνισή της και όχι στη συμπεριφορά της. Οι δίπλες που σχηματίζει στο δέρμα της, κυρίως στην περιοχή του λαιμού, θυμίζουν τις πτυχές από την κουκούλα και το ράσο των καθολικών μοναχών.

Οι αρχαίοι Ελληνες τις θεωρούσαν ιερά ζώα και πίστευαν ότι ήταν προστατευόμενες του Ποσειδώνα και του Απόλλωνα. Αναφορές στη φώκια γίνονται τόσο στον Αριστοτέλη στο «Περί ζώων ιστορίες», στην «Οδύσσεια» αλλά και σε έργα του Αριστοφάνη. Από τα πιο σύγχρονα κείμενα στα οποία αναφέρεται η μεσογειακή φώκια είναι το «Μοιρολόγι της Φώκιας» του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, το «Αξιον Εστί» του Οδυσσέα Ελύτη και το διήγημα του Γεωργίου Βιζυηνού «Το μόνον της ζωής του ταξείδιον».


Οι μεσογειακές φώκιες τρέφονται με ψάρια, χταπόδια, καλαμάρια, σουπιές και καρκινοειδή (αστακούς κ.ά.).



Η Monachus monachus ζει σε όλες τις παράκτιες περιοχές της Ελλάδος εκτός από τον Αμβρακικό και τον Κορινθιακό κόλπο.


Από μικρή ηλικία μπορεί και καταδύεται στα 170 μέτρα βάθος έως και 20 λεπτά. Ζει για περίπου 45 χρόνια και γεννάει ένα μικρό σχεδόν κάθε χρόνο. Το μήκος τους φτάνει περίπου τα 2,5 μέτρα και το βάρος τους τα 315 κιλά.


Καταστροφή των παράκτιων οικοσυστημάτων, ηθελημένες θανατώσεις, παγίδευση σε αλιευτικά εργαλεία, μείωση της τροφής λόγω υπεραλίευσης και θαλάσσια ρύπανση απειλούν τις φώκιες στην Ελλάδα.


tovima