Η διαχρονικότητα της ανθρώπινης δυστυχίας και απελπισίας,  που ο  ίδιος ο άνθρωπος προκαλεί και ο ίδιος υφίσταται.

Σήμερα ζούμε το θέατρο του παραλόγου καθημερινά . Άνθρωποι ρίχνονται στη θάλασσα , για να σωθούν από τη λαίλαπα του πολέμου , άλλοι ρίχνονται στο θάνατο από απελπισία  για όσα βιώνουν στην καθημερινότητά τους μέσα σε αυτή την κρίση που μας έχει χτυπήσει εδώ και χρόνια . Πόσα,  τι σημασία έχει , αφού μοιάζουν πάρα πολλά ή ατέλειωτα για πολλούς .

Νιώθοντας να ταυτίζονται απόλυτα τα παρακάτω, γραμμένα το 19ο αιώνα, με όσα ζούμε σήμερα στη χώρα μας θέλησα να σας τα παραθέσω και ας σκεφτεί ο καθένας ό, τι θέλει με αφορμή αυτά , τα οποία ερμηνεύονται με πολλούς τρόπους και αναγνωρίζει , νομίζω,  κανείς τη διαχρονικότητά τους στο σημερινό 21ο  αιώνα , για να μας θυμίσουν πως ,δυστυχώς, οι άνθρωποι δε μαθαίνουμε από τα λάθη μας και η ιστορία επαναλαμβάνεται με τραγικά σταθερό ρυθμό και με πανομοιότυπο τρόπο.

Ρίξτε μια ματιά λοιπόν στο παρακάτω απόσπασμα από το έργο  «Οι άθλιοι» του Βίκτορος Ουγκώ:

Έπεσε άνθρωπος στη θάλασσα !Τι σημασία έχει ! Δε σταματά το πλοίο. Φυσά ο αέρας , μα το σκοτεινό καράβι τραβά βιαστικό το δρόμο του. Το ταξίδι συνεχίζεται. Αυτός που έπεσε βγαίνει στην επιφάνεια του νερού , χάνεται στο βάθος του , φωνάζει. Κανένας δεν τον ακούει .Κοιτάει σαν τρελός το σκάφος που ολοένα ξεμακραίνει.

Κι όμως ο ίδιος αυτός άνθρωπος ήταν κάποτε ένας από τους επιβάτες , ζωντανός σαν όλους, που απολάμβανε τον ήλιο. Τώρα τίποτα το βέβαιο δεν υπάρχει γύρω του . Τραβάει για το σίγουρο χαμό. Ο αφρός τον πνίγει. Το ένα κύμα τον ρίχνει πάνω στο άλλο. Πικρή αρμύρα γεμίζει το στόμα του . Τι άνανδρος ο ωκεανός που θέλει να τον πνίξει! Παίζει με την αγωνία του . Όλη εκείνη η υγρή έκταση λες και είναι μίσος .

Αντιδρά όσο μπορεί , κρατιέται όσο αντέχει. Μια φτωχή δύναμη παλεύει με το απέραντο. Κολυμπά απεγνωσμένα.

Γύρω του χορεύουν οι κερένιοι νεκροί .Λυσσομανάει το πέλαγος . Θόρυβοι που ακούει για πρώτη φορά έρχονται από τα μακρινά βασίλεια της φρίκης .Η άβυσσος χάσκει απειλητική από κάτω του , έτοιμοι να τον καταπιεί.

Ψηλά βλέπει πουλιά που πετάνε και κελαηδάνε ξέγνοιαστα , κι αυτός πεθαίνει. Τον θάβει ο ωκεανός και τον σαβανώνει , θαρρείς , ο ουρανός.

Κολυμπάει , κολυμπάει ατέλειωτες ώρες . Η νύχτα άρχισε να τον τυλίγει στα μαύρα πέπλα της .Δε βλέπει ανθρώπους , δε βλέπει Θεό.

Φωνάζει : 

- Boήθεια ! Α!

Φωνάζει πάλι , πάλι . Τίποτα ! Όλα τα παρακαλεί : το κύμα , την απεραντοσύνη , τη θαλασσοταραχή . Τίποτα .
Παγώνει . Μουδιάζουν τα χέρια του .Νιώθει πανικό και εξάντληση. Σκέφτεται πως σε λίγο θα είναι πτώμα . Τον περιμένει η σκιά , το αιώνιο σκοτάδι. Όλα πια είναι ανώφελα. Παραλύει.

Τι θα βγει με την απελπισία; Θα πεθάνει , το αποφάσισε , κι αφήνει τον εαυτό του να χαθεί στην άβυσσο της εκμηδένισης .

Τι σκληρά που προχωράνε οι ανθρώπινες κοινωνίες !Στο δρόμο χάνονται άνθρωποι και ψυχές . Θάνατος ηθικός , γιατί δεν υπάρχει καμιά βοήθεια , καμία προστασία.

Η κοινωνική νύχτα είναι θάλασσα που τα καταπίνει όλα. Σε αυτή οι νόμοι ρίχνουν τους καταδικασμένους τους .Θάλασσα είναι η μεγάλη φτώχεια . Έτσι καθώς βουλιάζει σε τούτη την άβυσσο η ψυχή , κινδυνεύει να πεθάνει. Ποιος θα της ξαναδώσει τη ζωή ;