Δυσβάσταχτη φορολογία στα καύσιμα των αγροτών της Ελλάδας επέβαλλε η τρόικα και το 3ο μνημόνιο, την ώρα που ο αγροτικός πληθυσμός των περισσοτέρων χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης απολαμβάνει ελάχιστους ή και μηδενικούς φόρους στο αγροτικό πετρέλαιο και την ενέργεια που χρησιμοποιείται στη γεωργία, μειώνοντας ουσιαστικά τα κόστη παραγωγής και αυξάνοντας την ανταγωνιστικότητα των προϊόντων του.

Την αποκάλυψη για τα «δύο μέτρα και τα δύο σταθμά» που επέβαλαν  οι δανειστές και στο αγροτικό πετρέλαιο έκανε σε επίπεδο Ευρωβουλής με Γραπτή Ερώτηση που κατέθεσε σήμερα  15 Ιανουαρίου ο Ανεξάρτητος Ευρωβουλευτής Νότης Μαριάς.

Στην Γραπτή του Ερώτηση η οποία απευθύνεται προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή ο Νότης Μαριάς επισημαίνει με νόημα ότι  αρκετά κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης αξιοποιώντας την Οδηγία 2003/96/ΕΚ θεσπίζουν μηδενικά ή ελάχιστα επίπεδα φορολογίας στα ενεργειακά προϊόντα και την ηλεκτρική ενέργεια, που χρησιμοποιούνται στη γεωργία, τις καλλιέργειες οπωροκηπευτικών, τις ιχθυοκαλλιέργειες και τη δασοκομία.  Και την ίδια στιγμή στην  Ελλάδα, τρόικα και μνημόνια επιβάλλουν δυσβάσταχτη αύξηση φόρων στο αγροτικό πετρέλαιο, καθιστώντας την αγροτική παραγωγή ολοένα και λιγότερο ανταγωνιστική.

«Η τρόικα στην Ελλάδα με το τρίτο μνημόνιο (νόμος 4336/2015) -αναφέρει στο κείμενο της Ερώτησής του ο Νότης Μαριάς-  επέβαλε από την 01/10/2015 την αύξηση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης (Ε.Φ.Κ.) στο αγροτικό πετρέλαιο από €66  στα €200  ανά χιλιόλιτρο ενώ από την 01/10/2016 ο συγκεκριμένος Ε.Φ.Κ. θα αυξηθεί στα €330  το χιλιόλιτρο και θα εξομοιωθεί πλήρως με τον Ε.Φ.Κ. του πετρελαίου κίνησης».

Με βάση τα παραπάνω ο Έλληνας Ανεξάρτητος Ευρωβουλευτής ρωτά την Ευρωπαϊκή Επιτροπή:

1)Ποιος και γιατί εισηγήθηκε την συγκεκριμένη αύξηση στον Ε.Φ.Κ. στο αγροτικό πετρέλαιο στα πλαίσια του τρίτου μνημονίου;

2)Ποια θα είναι η στάση της Επιτροπής ως μέλος της τρόικας αν η Ελληνική κυβέρνηση αποφασίσει να δρομολογήσει την θέσπιση:

i)μηδενικού Ε.Φ.Κ. στο αγροτικό πετρέλαιο (πετρέλαιο εσωτερικής καύσης-gas oil) με βάση το άρθρο 15 παράγραφος 3 της Οδηγίας 2003/96/ΕΚ ή

ii)των ελαχίστων επιπέδων φορολογίας, δηλαδή 21 € ανά 1000 λίτρα όπως ορίζεται στο άρθρο 8 παράγραφοι 1 και 2α της ίδιας Οδηγίας.