Τρία γεγονότα της περασμένης εβδομάδας έχουν και εκπέμπουν μια εξαιρετική συμβολική και σημειολογική σημασία και μήνυμα.

Το πρώτο: Ο τρόπος και η μέθοδος, που η Κυβέρνηση διαχειρίζεται τη μεγάλη επένδυση στις Σκουριές της Χαλκιδικής. Και, κεντρικά και αποφασιστικά, ο αρμόδιος Υπουργός. Κάτι ανάμεσα στον τυχοδιωκτισμό και την ιδεοληψία. Τα περιβαλλοντικά ζητήματα έχουν υποβληθεί επανειλημμένως για τον αναγκαίο δικαιοπολιτικό έλεγχο και δοκιμασία στο Συμβούλιο της Επικρατείας. Μέχρι σήμερα πέντε φορές. Η επένδυση έχει «δικαιωθεί».

Έχουν κινητοποιηθεί, με ένταση, με  πάθος και με βιαιότητες, εκατοντάδες πολίτες – κάτοικοι της περιοχής. Ου μην αλλά και «παράξενοι» «πολίτες» απ’ όλο τον κόσμο. Στην Ελλάδα, αλλά και σε όλες τις χώρες, που έχουμε πολιτισμική αναφορά, ο τελικός κριτής στις αντίστοιχες διαμάχες και αντιπαραθέσεις είναι κάποιο Δικαστήριο. Σε εμάς το Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο, το Συμβούλιο της Επικρατείας. Έντιμος και μαχητικός θεματοφύλακας των περισσοτέρων συνταγματικών αξιών. 

 Αυτά δεν ικανοποίησαν τον ακτιβισμό ορισμένων. Και, ειδικά, εκείνων που έκτισαν πολιτικές και άλλες καριέρες πάνω στην παρεμπόδιση της επένδυσης αυτής. Δυστυχώς, τους υιοθέτησε ο ΣΥΡΙΖΑ του τρία τοις εκατό. Και από τότε τους κουβαλάει. Και πράττει το παν για τη διαιώνιση του προβλήματος και το μηδενισμό της επένδυσης. 

Ο αρμόδιος Υπουργός, ως τυφλός γραμματοκομιστής των ίδιων παλιών ιδεών, που παπαγάλιζε αστόχαστα ως Υπουργός Εργασίας το πρώτο εξάμηνο του 2015, κατάφερε να ανοίξει αναίτια μέτωπο και με τους εργαζόμενους. «Έχετε απολέσει την ταξική σας συνείδηση», τους κατηγόρησε με το ύφος ενός αριστερού Αγιατολαχ. Ενός «εμπόρου εργαλείων χειρός, της εστίασης και της παροχής υπηρεσιών υγείας και ομορφιάς στον ιδιωτικό τομέα», όπως ο ίδιος συνομολογεί στην προσωπική του ιστοσελίδα, ως προηγούμενη επαγγελματική ενασχόλησή του. 

Το δεύτερο: Ο βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ, που πρότεινε να πληρώνουν οι μισοί μαθητές δίδακτρα στο δημόσιο σχολειό. Σαν να μην έχει διαβάσει ποτέ το Σύνταγμα. Αυτό που προβλέπει τη δωρεάν υποχρεωτική παιδεία σε όλους τους Έλληνες! 

Το τρίτο: Ο ευπατρίδης Ευκλείδης Τσακαλώτος εξέπληξε τους πάντες στο Eurogroup της προηγούμενης Πέμπτης. Όχι η Ελλάδα δεν πρόκειται να ζητήσει την έξοδο του Δ.Ν.Τ. από το «Πρόγραμμα» και τη χρηματοδότηση της ελληνικής οικονομίας. Άλλωστε, όπως του το θύμισαν οι λοιποί υπουργοί οικονομικών, η Ελλάδα υπέγραψε και επιβεβαίωσε αυτή τη δέσμευσή της, τρεις, τουλάχιστον, φορές. Άδειασε, έτσι, τον Αλέξη Τσίπρα και τα «παπαγαλάκια» ότι η χώρα μας θα απαιτήσει αυτήν την έξοδο. 

Και τα τρία γεγονότα αποδεικνύονται χρήσιμα στη δίκη μας προσπάθεια κατανόησης του τι σημαίνει «πρώτη φορά Αριστερά» στην Ελλάδα.

Ως προς το περιεχόμενο των ατομικών δικαιωμάτων. Σύγχυση. Έχουν αξία μόνο ως προς την εργαλειακή χρήση τους για τη κατεδάφιση της όποιας πολιτικής εξουσίας. Και μόνον αυτό. Στερούνται οποιουδήποτε θετικού περιεχομένου, που μπορεί να συμβάλει, στο κοινό καλό και στην ευμάρεια του πολίτη. Έτσι, όπως υποστηρίζουμε αρκετοί από εμάς. 

Το κοινωνικό κράτος ταυτίζεται μόνο με το θηριώδες κράτος, τον κρατισμό και τη δημόσια οργάνωση της κοινωνίας. Καμιά σχέση με την αξιοκρατία, την αριστεία, το συναγωνισμό και τον εφοδιασμό του νέου πολίτη με ό τι μπορεί να συμβάλει στον περιορισμό των εισοδηματικών ανισοτήτων. 

Η «πρώτη φορά Αριστερά» είναι εχθρική προς την ιδιωτική οικονομία. Δεν έμαθε τίποτα από την κατάρρευση του Σοβιετικού μπλοκ και των χωρών του υπαρκτού σοσιαλισμού. Και δεν θέλει να μάθει τίποτα από τον ιδιόμορφο καπιταλισμό ενός κομμουνιστικού καθεστώτος όπως η Κίνα. Σε αυτό το τελευταίο πρέπει να έχουν δίκιο. Γιατί στην Κίνα δεν υπάρχει κοινωνικό κράτος. Δεν υπάρχει κοινωνική ασφάλιση. Παντάπασιν. 

Το τρίτο γεγονός αποδεικνύει τη διαχρονική αδυναμία όλων των αριστερών κυβερνήσεων να κατανοήσουν τη διεθνή νομιμότητα. Των περισσοτέρων. Ανάμεσα σε αυτές και της ελληνικής. Το διεθνές δίκαιο (και το ευρωπαϊκό) είναι κείμενα, που δεσμεύουν. Είναι κείμενα, που καθοδηγούν. Δεν συναποτελούν και δεν συναπαρτίζουν «παίγνια» μεταξύ επικοινωνιολόγων. 

Πάνω σε αυτά τα γεγονότα, ως αφορμή και αφετηρία, καλούνται το σύνολο των πολιτικών δυνάμεων να καταθέσουν τα αναπόσπαστα κεφάλαια της ιδεολογικής τους ταυτότητας. Και πάνω σε αυτά μπορούν να ισχυριστούν ότι συγγενεύουν ή διακρίνονται ή αντιπαρατίθενται. 

Αυτά για να μην καταντήσουμε αντικείμενο σεναρίων επικοινωνιολόγων.

Αντώνης Ν. Βγόντζας
Εφημερίδα Πρώτο Θέμα, Κυριακή 17.1.2016