Θάνατος και ζωή, καταστροφή και ελπίδα, απώλεια και αναγέννηση:εννοιολογικά δίπολα που συνοψίζουν σε λίγες μόνο λέξεις τη ζωή ενός ανθρώπου που επισκέφθηκε τις πιο επικίνδυνες περιοχές στον κόσμο, έζησε τους πιο βάρβαρους και εφιαλτικούς πολέμους αλλά κατάφερε να μετατρέψει τον φόβο και το χάος σε μια ιστορία θάρρους και προσωπικών επιτευγμάτων. Αυτή είναι η ιστορία της Τζανίν ντι Τζιοβάνι, μιας από τις πιο σημαντικές πολεμικές ανταποκρίτριες στην Ευρώπη, έτσι όπως παρουσιάζεται μέσα από τα απομνημονεύματά της που κυκλοφόρησαν την περασμένη εβδομάδα στη Βρετανία. Η φρίκη όμως δεν είναι εύκολο να λησμονηθεί: «Οταν έχεις βιώσει τον πόλεμο, δεν μπορείς να είσαι πια ο ίδιος άνθρωπος ούτε και να αντιμετωπίζεις τη ζωή με τον ίδιο τρόπο. Αλλά έμαθα από αυτό» εξηγεί μιλώντας στο «Βήμα» η 49χρονη δημοσιογράφος και συγγραφέας.

H λίστα του τρόμου είναι μακρά: Σομαλία, Σιέρα Λεόνε, Ακτή Ελεφαντοστού, Ιράκ, Αφγανιστάν, Τσετσενία, Βαλκάνια. Πρόκειται για λίγες μόνο από τις ζώνες πολέμου στις οποίες έχει βρεθεί η Τζανίν από τη δεκαετία του 1980, όταν ξεκίνησε να εργάζεται ως ρεπόρτερ. «Πιστεύω ότι ο πόλεμος διδάσκει πράγματα στον άνθρωπο για τον άνθρωπο:ότι μπορούμε,αν μας ωθήσουν οι καταστάσεις,να φθάσουμε σε πολύ πρωτόγονα επίπεδα.Δείτε το Κονγκό,τη Ρουάντα,τη Βοσνία,το Κοσσυφοπέδιο,τώρα τη Λιβύη» μας λέει. «Οι άνθρωποι είναι ικανοί για τις μεγαλύτερες πράξεις βιαιότητας» προσθέτει. Η Τζανίν αντίκρισε τον πόνο και τον θάνατο σε βαθμό αβάσταχτο- πίστεψε ότι μπορούσε να αφήσει πίσω της αυτές τις εικόνες.

Οπως όμως αποκαλύπτει στο νέο της βιβλίο με τίτλο «Ghosts by Daylight- Α Μemoir of War and Love» («Φαντάσματα στο φως της ημέραςΜια αυτοβιογραφία πολέμου και αγάπης»), τα φαντάσματα του παρελθόντος γύρισαν να τη στοιχειώσουν ακόμη και όταν αποφάσισε να ξεκινήσει μια ήρεμη οικογενειακή ζωή με τον σύζυγο και τον αγέννητο ακόμη γιο της στο Παρίσι. Τι θα άλλαζε στις επιλογές της;

«Δεν είμαι άτομο που μετανιώνει, αλλά ίσως θα μου άρεσε να έχω κάνει περισσότερα παιδιά.

Για κάτι τέτοιο όμως θα έπρεπε να είχα ξεκινήσει νωρίς,να είχα αφήσει μέρος της δουλειάς μου. Είναι κάτι το οποίο σκέφτομαι, αλλά δεν πήρε αυτή την τροπή η ζωή μου, οπότε δεν πιστεύω ότι είναι χρήσιμο να στέκομαι στο παρελθόν» μας λέει.

Με τον Μπρουνό Ζιροντόν συναντήθηκαν πρώτη φορά στο Σαράγεβο το 1993.

Εκείνος εικονολήπτης για το γαλλικό δίκτυο France 2 και εκείνη ανταποκρίτρια μεγάλης βρετανικής εφημερίδας. Η έλξη ήταν άμεση και αμοιβαία. Το 2004 και έπειτα από καμιά δεκαριά πολέμους, ατελείωτα τηλεφωνήματα, τρεις αποβολές, χωρισμούς, θανάτους φίλων και πολύ αλκοόλ, το ζευγάρι αποφάσισε να εγκατασταθεί στη γαλλική πρωτεύουσα για μια νέα αρχή. Η Τζανίν τότε ήταν έγκυος στον γιο της, τον Λούκα, ο οποίος σήμερα είναι επτά χρόνων. Τα δύσκολα ήρθαν όταν ο σύζυγός της, υποφέροντας από μετατραυματικό στρες (όπως πολλοί πολεμικοί ανταποκριτές), στράφηκε στο αλκοόλ. Οταν όμως εκείνος αποφάσισε, για χάρη του παιδιού, να αποτοξινωθεί, ο γάμος τους είχε ήδη φθάσει σε αδιέξοδο. «Γνώριζα ενστικτωδώς ότι θα άλλαζε και δεν θα ήταν ποτέ ξανά ο άνδρας που παντρεύτηκα. Γιατί, στην πραγματικότητα,μέρος αυτού του γάμου βασιζόταν στο πάθος,στο ποτό, στη μανία,στην οργή» αναφέρει στο βιβλίο.

«Τι ήταν πιο δύσκολο;Να γράφετε για τον πόλεμο ή για τον σύζυγο και τη διάλυση του γάμου σας;» ρωτήσαμε. «Φυσικά να γράφω για εκείνον. Είναι πολύ δύσκολο να γράφεις για την προσωπική σου ζωή, ειδικά αν τα γεγονότα εκτυλίσσονται την ίδια στιγμή,αλλά κατά κάποιον τρόπο με βοήθησε να απαλύνω τον πόνο» απάντησε. Και προσέθεσε: «Η εξιλέωση για εμένα ωστόσο δεν ήρθε με τη συγγραφή του βιβλίου αλλά με τη μορφή του Λούκα. Εμοιαζε να είναι μια αστραφτερή αχτίδα φωτός έπειτα από τόσο σκοτάδι.Το να γράψω τα απομνημονεύματά μου ήταν σίγουρα καθαρτικό αλλά εξιλέωση για εμένα ήταν η μητρότητα, το να μάθω να ζω σε έναν κόσμο όπου δεν επικρατεί το χάος αλλά η ομορφιά του χαμόγελου του γιου μου και η χαρά που παίρνει από τα απλά πράγματα».

Η Τζανίν έχει χαρακτηριστεί η «καλύτερη ξένη ανταποκρίτρια της γενιάς μας» και έχει εργαστεί σε πλήθος ξένων εφημερίδων και περιοδικών: «Τimes» του Λονδίνου, «Vanity Fair», «Guardian», «Νew Υork Τimes Μagazine», «Νational Geographic», «Wall Street Journal», «Ιnternational Ηerald Τribune» είναι μερικά από αυτά. Γεννημένη στις Ηνωμένες Πολιτείες, από γονείς ιταλικής καταγωγής, ξεκίνησε καλύπτοντας την πρώτη παλαιστινιακή Ιντιφάντα. Συνέχισε γράφοντας με πάθος για το ανθρώπινο κόστος του πολέμου, ενώ έχει τιμηθεί με δύο βραβεία από τη Διεθνή Αμνηστία για τις ανταποκρίσεις της από τη Σιέρα Λεόνε και τη Βοσνία. Το 2000 κέρδισε το Νational Μagazine Αward για το άρθρο της «Μadness Visible» («Θέα στην παραφροσύνη»), το οποίο αργότερα έγινε βιβλίο.

«ΞΑΝΑΧΤΙΖΩ ΤΗ ΖΩΗ ΜΟΥ ΜΕ ΤΗ ΔΟΥΛΕΙΑ»
- Οταν ο γιος σας ήταν ακόμη μωρό,πήγατε στο Ιράκ και τον περασμένο μήνα ήσασταν στη Λιβύη.Γιατί επιστρέψατε στη ζωή του πολεμικού ανταποκριτή;

«Πήγα στο Ιράκ όταν ο Λούκα ήταν ακόμη πολύ μικρούλης επειδή το όριζε το συμβόλαιό μου. Τώρα είναι επτά και πήγα στη Λιβύη επειδή ήθελα να επαναπροσδιορίσω τον εαυτό μου. Η δουλειά συνιστά μεγάλο μέρος της ταυτότητάς μου και μόλις γέννησα κατά κάποιον τρόπο έχασα τον εαυτό μου. “Ποια είμαι αν δεν είμαι το άτομο που πηδάει σε αεροπλάνα για να πάει στην καταστροφή και στις ζώνες πολέμου; ” αναρωτιόμουν. Αλλά αφιερώθηκα στη μητρότητα. Τώρα ο γιος μου έχει μεγαλώσει και περνάει τον μισό του χρόνο με τον πατέρα του. Χρειαζόμουν να ξαναχτίσω τη ζωή μου και για εμένα αυτό πάντα σήμαινε δουλειά. Αλλά δεν θέτω τον εαυτό μου σε κίνδυνο πια, μπορώ να σας βεβαιώσω για αυτό. Και πηγαίνω για μικρές περιόδους, όχι ολόκληρους μήνες».

Αποσπάσματα από το βιβλίο «Φαντάσματα στο φως της ημέρας»
Το ξεκίνημα στο Παρίσι
«Ηταν 2004 και ερχόμασταν στο Παρίσι για όλα όσα αυτό ήταν και δεν ήταν. Το Παρίσι έχει βορειοευρωπαϊκό κλίμα που δεν σε κάνει να αισθάνεσαι ότι έχεις πάντα πυρετό όταν ξυπνάς το πρωί. Δεν υπήρχαν βόμβες στον δρόμο ή μπλόκα ή τρελαμένοι δεκάχρονοι στρατιώτες που κράδαιναν αντιαρματικά όπλα RΡG μπροστά στο πρόσωπό σου».

Η ζωή με τον Λούκα
«Ο Μπρουνό πάντα μου έλεγε: “Τίποτε κακό δεν θα συμβεί όσο είμαι εγώ εδώ”. Του είχα εμπιστοσύνη, όπως έχεις εμπιστοσύνη στον πατέρα σου όταν σε κουβαλάει στους ώμους του. Αλλά κρατώντας τον Λούκα αισθάνθηκα ξαφνικά φόβο για όλα τα πράγματα που μπορούσαν να συμβούν σε αυτό το παιδί, όλα τα πράγματα που είχα δει να συμβαίνουν σε παιδιά: ασθένειες, πόλεμος, θάνατος».

Η άμυνα στη φρίκη
«Εμαθα να παρατηρώ, να γράφω στο σημειωματάριό μου και μετά στο σπίτι, στην ηρεμία του δωματίου μου να κλαίω ή να κρατάω το κεφάλι στα χέρια μου, να ξαπλώνω στο κρεβάτι και να κοιτάω το ταβάνι. Η αλαζονική αλήθεια ήταν ότι ποτέ δεν πίστεψα ότι θα πέθαινα. Ο ψυχίατρος στο Λονδίνο μου είπε επίσης ότι ήμουν ευπροσάρμοστη και ότι η ευπροσαρμοστικότητα με έσωσε. Αυτό, και ότι μπορούσα να το αποβάλω από το σύστημά μου».
Η απόφαση του χωρισμού
«Ενα απόγευμα, στις αρχές του καλοκαιριού, έκρυψα το δαχτυλίδι σε ένα κουτί από κέδρο που μου είχε χαρίσει για τα 30ά μου γενέθλια ένας φίλος που πέθανε από υπερβολική δόση. Εβαλα μέσα το μονόπετρο του αρραβώνα μου και το πλαστικό ανδρόγυνο από τη γαμήλια τούρτα μας. Εβαλα και ένα σημείωμα αρωματισμένο με το άρωμα που αγαπούσε τόσο ο Μπρουνό. Το άρωμα της ευτυχίας. Ιστορία αγάπης με τον Μπρουνό, 1993-2009».