Απορρίπτουν πλήρως το προσχέδιο του νέου ασφαλιστικού νομοσχεδίου σε κοινή συνέντευξη τύπου προχώρησαν το Επιμελητήριου Ηρακλείου, η Ομοσπονδία Επαγγελματιών Βιοτεχνών & Εμπόρων, ο Εμπορικού Σύλλογος και η Ομοσπονδία Εμπορικών Συλλόγων Κρήτης

Οι πιο βασικοί από τους λόγους που προκρίνουν και οι οποίοι τους οδηγούν σε αυτήν την απόρριψη είναι πως κατά τη γνώμη τους αποτελεί μία ακόμα έμμεση φορολόγηση, ένα αντικίνητρο, χωρίς κανένα στοιχείο μεταρρυθμιστικής προσπάθειας, ένα αντικίνητρο τρεχουσών και μελλοντικών επενδύσεων και σπρώχνει την υγιή επιχειρηματικότητα να αναζητήσει εξοχώριες έδρες επιχειρηματικών δραστηριοτήτων, καθιστώντας παντελώς επισφαλή την ήδη κλονισμένη εισπραξιμότητα του ασφαλιστικού φορέα (ΟΑΕΕ), ενώ ταυτόχρονα ενθαρρύνεται η παραοικονομία και η μαύρη εργασία.

Οι φορείς θεωρούν πως μόνιμη λύση για το ασφαλιστικό θα δοθεί μόνο μέσω άμεσων μέτρων ενίσχυσης της επιχειρηματικότητας και συνακόλουθης μείωσης της ανεργίας. Τα μέτρα αυτά θα πρέπει να προηγηθούν πριν από οποιαδήποτε μελέτη επίλυσης του ασφαλιστικού η οποία θα πρέπει να λαμβάνει υπ’ όψιν την αποτελεσματικότητα τους και οικονομικά οφέλη που θα επιφέρουν στο σύστημα. 

Ειδικότερα, προτείνουν τη διαμόρφωση ενός αυτοτελούς πλαισίου ρύθμισης οφειλόμενων, ανεξάρτητα από τις τρέχουσες εισφορές με μεγάλο βάθος χρόνου αποπληρωμής και μηνιαία δόση όχι μεγαλύτερη των 100€, ενώ δηλώνουν πως πρέπει να απαγορευτούν διά νόμου κατασχέσεις και πλειστηριασμοί ακίνητων και κινητών περιουσιακών στοιχείων για οφειλές προς τον ΟΑΕΕ.

Προτείνουν κεφαλαιοποίηση και πάγωμα των μέχρι σήμερα ληξιπρόθεσμων οφειλών, αφού αφαιρεθούν ποσά που αναλογούν από την επιβεβλημένη οριζόντια αναδρομική μείωση των ασφαλιστικών εισφορών από την περίοδο που ξεκίνησε η κρίση (2009) καθώς και άλλες επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις που  έχουν επιβληθεί σε καθυστερημένες οφειλές αφ’ όσον η  καθυστέρηση δικαιολογείται από τα οικονομικά αποτελέσματα της επιχείρησης. Η κεφαλαιοποίηση αυτή πρέπει να περιλαμβάνει όλες τις οφειλές σε ενιαίο κεφάλαιο που δεν θα επιβαρύνεται με τόκους και προσαυξήσεις μέχρι του τέλους του ασφαλιστικού βίου του ασφαλισμένου, όπου, στη συνέχεια, θα βαρύνει αναλογικά την σύνταξή του. Συγχρόνως ζητούν την συνεξέταση παλαιών και νέων συντάξεων, ως ανεξάρτητο θέμα αφού θεωρούν πως η εφαρμογή κοινών κανόνων σε παλιές και νέες συντάξεις ουσιαστικά αμβλύνει τις διάφορές και μειώνει την άδικη μεταχείριση των νέων λαμβάνοντας υπόψη την ανταποδοτικότητα. Επίσης αναφέρουν πως υπάρχει ανάγκη συνεξέτασης ύψους συντάξεων (αναπλήρωση) με ύψος εισφορών. Το ύψος της σύνταξης και το ύψος της εισφοράς είναι αλληλένδετα, αλλά συνδέονται επίσης και με τις δυνατότητες της οικονομίας. 

Διεκδικούν επίσης την βέλτιστη αξιοποίηση της περιουσίας των ασφαλιστικών ταμείων και την συνεξέταση παλαιών και νέων συντάξεων ως ανεξάρτητο θέμα. Η εφαρμογή κοινών κανόνων σε παλιές και νέες συντάξεις ουσιαστικά αμβλύνει τις διαφορές και μειώνει την άδικη μεταχείριση των νέων συντάξεων,  λαμβάνοντας υπόψη την ανταποδοτικότητα. Ταυτόχρονα με τη διάκριση πρόνοιας-ασφάλισης ζητούν και την εισαγωγή ενός καθαρά κεφαλαιοποιητικού (υποχρεωτικού) πυλώνα -η δημιουργία αποθεματικών κουμπαράδων θα εισάγει ένα αναπτυξιακό μέρισμα. Εκτός από τις συντάξεις που θα χρηματοδοτούνται από σημερινές εισφορές, μπορεί να υπάρχει και ένα (μικρό) τμήμα που θα εξαρτάται άμεσα από την απόδοση επενδύσεων.