Για την ομορφιά της Παλαιόχωρας, το γαλήνιο φυσικό τοπίο και τους ανθρώπους της, μιλά η Rebecca Bruns σε μια σειρά ταξιδιωτικών ιστοριών. Το κείμενο που αναφέρει τα συναισθήματα που προκάλεσε ο τόπος στη συντάκτρια, δημοσιεύτηκε σε ιστότοπο της Χαβάης.

 

Η συντάκτρια αναφέρεται στα παιδιά που το ένα κυνηγά το άλλο, τις κατσικούλες που βόσκουν και τις κότες που είναι βρίσκονται ελεύθερες στην άκρη του δρόμου.

Στην πέτρινη πόρτα του σπιτιού που είναι πνιγμένο στις κληματαριές, ηλικιωμένες γυναίκες κάθονται στον αργαλιό και υφαίνουν. Κάθε λεπτομέρεια, οι κατσίκες, οι πέτρινες πόρτες, οι γιαγιάδες που υφαίνουν, μαρτυρούν ότι η Κρήτη είναι o παλιός κόσμος...

Είχα τη διάθεση για παρέα. Αυτό το μέρος ήταν τόσο κοινωνικό όσο και γαλήνιο. Σε μια μικρή βόλτα έξω από την πόλη, υπήρχε μια πολύχρωμη συστάδα από ομπρέλες θαλάσσης... σπηλιές στα βράχια στις οποίες βρίσκονταν άνθρωποι (είχαν οδηγήσει εκεί τα πρόβατα) και ήταν συναρπαστικό μετά από μια εβδομάδα μοναχικού ταξιδιού... 

Στη συνέχεια αναφέρει ότι το χωριό είχε τις χαρακτηριστικές του προσωπικότητες, τον πωλητή σταφυλιών, τους πιστούς πότες ούζου, τον Γιάννη που έχει ένα κατάστημα με είδη δώρων και προσφέρει σε όποιον συναντά ένα ποτό, τον Γιώργο που είχε μια από τις πιο αγαπητές καφετέρειες και έκανε χρήση των πολύ 15 αγγλικών λέξεων. 

"Η πόλη ήταν ένας φωτεινός και φιλικός μικρός παράδεισος, με παρέες για ούζο το βράδυ και ψαροντούφεκο την ημέρα"