Η διακυβέρνηση, ενός έτους, της χώρας από την Κυβέρνηση ΣΥ.ΡΙΖ.Α.-ΑΝ.ΕΛ., με τις καταστροφικές της συνέπειες σε πολιτικό-διπλωματικό, οικονομικό & κοινωνικό επίπεδο, και η πρόσφατη εκλογή του Κυριάκου Μητσοτάκη στην ηγεσία της ΝΔ, αναζωπύρωσαν την συζήτηση για τον ρόλο, αλλά κυρίως, για την ταυτότητα της «δημοκρατικής παράταξης» ή, με μια πιο ιδεολογικοπολιτική ανάγνωση, της «ελληνικής σοσιαλδημοκρατίας».

Αυτή η συζήτηση ξεκίνησε με διάφορες προτάσεις. Άλλες αμιγώς πολιτικές, που θέτουν σαφώς μια διαχωριστική γραμμή με την δεξιά, του Κυριάκου Μητσοτάκη. Δηλαδή, με την παράταξη η οποία σαφώς εμφορείται από βαθιές συντηρητικές ιδέες και διακρίνεται για την ταυτοτική της σχέση με το πελατειακό κράτος & την ωφελιμιστική νομή της εξουσίας, και που, ταυτόχρονα, έχει στην ηγεσία της έναν θιασώτη πελατειακών & ολιγαρχικών μονεταριστικών πολιτικών. Και άλλες που επιχειρούν να οριοθετήσουν τον χώρο κυρίως «γεωγραφικά», προσδίδοντας του τα χαρακτηριστικά του «πολιτικού κέντρου» ή του «μεσαίου χώρου», και συνακόλουθα πολιτικά, με τον επιθετικό προσδιορισμό «προοδευτικό».

Μέχρι τώρα, φαίνεται ότι, οι διάφορες προτάσεις γίνονται κυρίως για να «προστατέψουν» τον χώρο από την πίεση που του ασκείται (ασκήθηκε ή θα ασκηθεί) από την σύγχρονη ελληνική εκδοχή του ΕΛΚ, που φιλοδοξεί να σχηματοποιήσει ο Κυριάκος Μητσοτάκης, και την σημερινή εκδοχή της ελληνικής «αριστεράς» που εκπροσωπεί ο ΣΥΡΙΖΑ[1]. Και ακόμα και αν γίνονται χωρίς μεγάλη εμβάθυνση στα αυτοφυή πολιτικά χαρακτηριστικά του δημοκρατικού σοσιαλισμού/σοσιαλδημοκρατίας, αξίζει να τις δούμε.

Έτσι, μπορούμε να πούμε ότι κάποιες από αυτές στηρίζονται σε μια απόλυτα κατανοητή και εντελώς συνυφασμένη, με την ιστορία της μεγάλης δημοκρατικής παράταξης προσέγγιση. Ενώ άλλες επαναφέρουν από το πολιτικό χρονοντούλαπο το ιδεολόγημα του «μεσαίου χώρου». Δηλαδή, το ιδεολόγημα -σημείο αναφοράς των κεντροδεξιών σεναρίων που «έβλεπε» ο Ανδρέας Παπανδρέου τη δεκαετία του ’00- το οποίο λάνσαρε, πρώτος, ο προερχόμενος από την μήτρα της δεξιάς, Δημήτρης Αβραμόπουλος. Ιδεολόγημα το οποίο στην συνέχεια υιοθέτησε ο «καραμανλισμός-καρικατούρα» του Κώστα Καραμανλή, που τόσα δεινά άφησε στον τόπο!

Η πρώτη προσέγγιση, λοιπόν, σαφώς θέτει την δημοκρατική παράταξη απέναντι στην ελληνική δεξιά και το συνολικό αξιακό, ιδεολογικό και ιστορικό φορτίο που αυτή κουβαλάει από τα τέλη του 19ου αιώνα μέχρι σήμερα. Παράλληλα (& ρεαλιστικά) δεν θέτει διαχωριστικές γραμμές με τις πραγματικές αριστερές ιδέες & κοινωνικές αξίες (που σίγουρα δεν εκπροσωπεί το μόρφωμα του ΣΥΡΙΖΑ & το ΚΚΕ) με τις οποίες πάντα –μετά τον εμφύλιο– υπήρχε μια διαλεκτική σχέση, αλλά κυρίως κοινή κοινωνική-ταξική αναφορά («λαϊκό μπλοκ»), σε κομματικό-εκλογικό επίπεδο.

Από την άλλη, εκτιμώ ότι αυτή η προσέγγιση απαντά ουσιαστικά, πολιτικά & με κοινωνικό πρόσημο, στις ανάγκες της χώρας, μέσα στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, υπό τις πιέσεις που ασκεί η παγκοσμιοποίηση. Επίσης, ταιριάζει πιο πολύ στις ανάγκες της, μεταμνημονιακής ελληνικής κοινωνίας, η οποία έχει υποστεί μια βίαιη (& ορισμένες φορές άδικη) σύνθλιψη του βιοτικού της επιπέδου. Στην κοινωνία μας, σήμερα, έχει διαμορφωθεί όχι μόνο μια νέα κατηγορία μη προνομιούχων, αλλά κυρίως, μια νέα κατηγορία που, για πρώτη φορά μετά το 1970, βρίσκεται στο οικονομικό & κοινωνικό (ίσως & πολιτικό) περιθώριο[2].

Αντίθετα, η προσέγγιση του «πολιτικού κέντρου» ή το «μεσαίου χώρου», πέρα από μια χωροταξική διάκριση στη βάση «δεξιά-κέντρο-αριστερά» δεν μπορεί να προσφέρει κάτι περισσότερο, σε σχέση με τις αξίες, το ιδεολογικό πλαίσιο, τους στόχους και την φυσιογνωμία μιας σύγχρονης & οικονομικά-κοινωνικά μεταρρυθμιστικής δημοκρατικής παράταξης. Το σημαντικότερο όμως είναι ότι δεν απαντάει στο «με ποιους & για ποιους» θα αγωνιστούμε, κατά προτεραιότητα (πέρα από την ανόρθωση της χώρας), για την παροχή ίσως ευκαιριών μόρφωσης & προκοπής και για την δίκαιη κατανομή του παραγόμενου πλούτου, αλλά & του μεταρρυθμιστικού κόστους.

Ειδικότερα, το «κέντρο», ιστορικά, διαμορφώθηκε & επικράτησε στην Ελλάδα, μόνο τα διαστήματα 1950-52 & 1960-1967[3]. Στην ουσία το ελληνικό «Κέντρο» οριοθετήθηκε στην συνείδηση του λαού, ως προς τη δεξιά, με βάση την προπολεμική σύγκρουση Βενιζελισμού (αντιμοναρχισμού) -Μοναρχίας και ως προς την αριστερά με βάση την θέση του στη σύγκρουση του Εμφύλιου. Ενώ, μετά το 1974, δεν υπάρχει καμία ιστορική συνέχεια του κέντρου, αφού είχαν & έχουν επιλυθεί και τα δύο βασικά ζητήματα που συνετέλεσαν στην δημιουργία του. Η Βασιλεία τέθηκε οριστικά έξω από το πολιτικό σκηνικό ενώ το κεφάλαιο του εμφυλίου έκλεισε οριστικά, θεσμικά με τη νομιμοποίηση του ΚΚΕ, και στο επίπεδο του «περί δικαίου αισθήματος του λαού», με την αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης από το ΠΑ.ΣΟ.Κ., το 1982!

Παρόμοια, τα αντίστοιχα κοινωνικά χαρακτηριστικά του «Κέντρου», δηλαδή η έκφραση των λαϊκών στρωμάτων (από κοινού με την «αριστερά» (ΕΔΑ, κ.λπ.), τα οποία μετεμφυλιακά βρίσκονταν αποκλεισμένα από το «κράτος της δεξιάς, το 1974 εκφράστηκαν, με αυθεντικό & επίκαιρο τρόπο, από τον Ανδρέα Παπανδρέου και το ΠΑ.ΣΟ.Κ. Το ΠΑ.ΣΟ.Κ. δεν αποτέλεσε ποτέ κόμμα του «κέντρου»[4]. Ήταν πάντα κόμμα ενταγμένο στο δίπολο «δεξιά-αριστερά», ως αριστερά του ευρωπαϊκού ρεαλισμού & της πράξης, με συναίσθηση του διεθνούς περίγυρου & των μεταβολών που συντελούνται σε αυτόν!

Αντίστοιχα, το «πολιτικό κέντρο» δεν υπήρξε πουθενά στην Ευρώπη. Δηλαδή, αν και, μεταπολεμικά & μέχρι το 1988, είχαμε ένα παγιωμένο παγκόσμιο διπολικό σύστημα κοινωνικής-παραγωγικής οργάνωσης (Ανατολής-Δύσης), οι δυνάμεις της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας, εκείνης της περιόδου, με τίποτα δεν μπορούν να ταυτιστούν με την έννοια του «κέντρου». Τα περισσότερα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα είχαν σαφή πολιτικά & ταξικά χαρακτηριστικά (εργατικά κόμματα κατά βάση) και σαφείς αποστάσεις από τις δυνάμεις της ευρωπαϊκής δεξιάς, αλλά όχι από τις αξίες της αριστεράς! Στην ουσία ήταν η «αριστερά» του δημοκρατικού «δυτικού κόσμου», αφού μεγάλο τμήμα της «παραδοσιακής αριστεράς» «έπαιζε σε άλλο γήπεδο» δηλαδή, υιοθετούσε το «ανατολικό» σύστημα οργάνωσης της παραγωγής & της κοινωνίας.

Σήμερα, βιώνουμε, σε παγκόσμιο επίπεδο, έναν νέο διπολισμό. Διπολισμό που δεν στοιχίζεται πίσω από έθνη-κράτη με διακριτά συστήματα οικονομικής-κοινωνικής οργάνωσης, αλλά τέμνει οριζόντια όλες τις εθνικές κοινωνίες. Έχουμε μια νέα τάξη νεόπτωχων που διαμορφώνεται, πλέον, σε όλη την Ευρώπη και αντίστοιχα μια παγκόσμια ομάδα πολύ πλουσίων («οι κερδισμένοι» του χρηματιστηριακού καπιταλισμού & της «τάξης» των ανώτατων εταιρικών στελεχών) της οποίας τα πλούτη και η επιρροή διαρκώς διευρύνεται, εις βάρος ακόμα και παραγωγικών επιχειρηματικών δυνάμεων.

Σε πολιτικό επίπεδο κυοφορείται μια σύγκρουση για την κατεύθυνση της παγκοσμιοποίησης, τον τρόπο ρύθμισης της & την αναδιανομή του αναπτυξιακού της οφέλους...(& του κόστους της κλιματικής αλλαγής). Δηλαδή, μια σύγκρουση μεταξύ αυτών, που μάλλον σήμερα κυριαρχούν, και επιδιώκουν να οργανωθούν οι δημοκρατικοί θεσμοί, η παγκόσμια οικονομία και το (όποιο) κοινωνικό κράτος, στα μέτρα της οικονομίας & των (αδηφάγων & ασταθών) αγορών. Και αυτών που θέλουν όλα αυτά να ρυθμιστούν με βάση τις ανάγκες των ανθρώπων, τις φυσικές αντοχές του πλανήτη και τις δυνατότητες μιας επιστήμης & τεχνολογίας με ηθική.

Αυτή η διπολική παγκόσμια πολιτική κατάσταση, στην Ελλάδα συνοδεύεται από πολλές άλλες διαιρέσεις. Εδώ, συνυπάρχει μια σειρά «εσωτερικών» συγκρούσεων για τις οποίες η (νέα) ελληνική σοσιαλδημοκρατία πρέπει να πάρει θέση! Πολιτικές συγκρούσεις που σχετίζονται με την διάλυση ή μη του πελατειακού κράτος, με την επικράτηση ή μη της ανοιχτής πολυπολιτισμικής κοινωνίας, με τον (πόσο) παρεμβατικό ρόλο ενός υγιούς κράτους, με τον εκσυγχρονισμό ή μη των θεσμών, με την εμβάθυνση & αναγέννηση ή μη της δημοκρατίας, με την σύγκρουση ή όχι με το μοντέλο ανάπτυξης (που κατέρρευσε) του νέου «κοτσαμπασισμού»[5], κ.λπ. 

Επειδή, λοιπόν, το «status quo» του παγκόσμιου πολυπολικού οικονομικού & πολιτικού συστήματος και των κανόνων του, δεν έχει παγιωθεί. Επειδή, ακόμα δεν έχουν οριστικοποιηθεί οι νέοι θεσμοί της παγκοσμιοποίησης και ο ρόλος τους. Επειδή, στην Ελλάδα δεν έχει γίνει καν η μετάβαση από το «ελληνικό έθνος-κράτος» στην «Ελλάδα Ευρωπαϊκό έθνος-κράτος», το να αυτοπροσδιορίζεσαι, απλά, ως «κεντρώος...δεν λέει τίποτα! Δηλαδή, η έννοια «πολιτικό κέντρο» ή «μεσαίος χώρος» δεν απαντάει σε κανένα από όλα τα παραπάνω διλήμματα & δεν θέτει κανένα πολιτικό πρόταγμα με σαφή ιδεολογικά, πολιτικά & εν πολλοίς σημερινά κοινωνικά χαρακτηριστικά! Η χώρα, σήμερα, δεν χρειάζεται γενικά μεταρρυθμίσεις! Χρειάζεται έναν σύγχρονο σοσιαλδημοκρατικό κομματικό σχηματισμό, που μπορεί γεωγραφικά να τοποθετείται στο «κέντρο», μεταξύ της ελληνικής εκδοχής του ΕΛΚ και της μοναδικά ελληνικής «αριστεράς» του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά ιδεολογικά δεν μπορεί να προσδιορίζεται ως «κέντρο»! Μια έννοια που δεν έχει κανένα πραγματικό ιδεολογικό, ιστορικό, κοινωνικό ή άλλο φορτίο.

Δυστυχώς, πλέον, πολλοί, παλιοί & φθαρμένοι πολιτικοί της μεταπολίτευσης, αναπολώντας μεγαλεία εξουσίας ή πολιτικής κυριαρχίας (μια αμιγώς δεξιά αξιολόγηση των όρων της κομματικής μάχης) επιχειρούν να προκαλέσουν σύγχυση μεταξύ μιας εκλογικής ή συνθηματολογικής τακτικής, με την οποία είχαν συνηθίσει τα χρόνια της ευμάρειας να επιτυγχάνουν την μέγιστη εκλογική επίδοση, με την ουσία των πολιτικών & ιδεολογικών χαρακτηριστικών του χώρου του δημοκρατικού σοσιαλισμού /σοσιαλδημοκρατίας! Δηλαδή, να μετατρέψουν τον τακτικισμό εξουσίας της δεύτερης φάσης της μεταπολίτευσης (1994-2009) σε ιδεολογικό πλαίσιο & πολιτική πρόταση!

Σε μια ακραία ανάλυση, κάποιος θα μπορούσε να πει, ότι, σήμερα (σε αυτήν την χώρα με αυτές τις κοινωνικές συνθήκες, σε αυτή την διαιρεμένη συντηρητική Ευρώπη και σε αυτόν τον ταραγμένο κόσμο & γειτονιά) «κεντρώος» μπορεί να δηλώνει μόνο όποιος δεν μπορεί να συγκρουστεί με τα κακώς κείμενα που μας οδήγησαν ως εδώ & τις κοινωνικές συνέπειες τους.  Ή επιπρόσθετα ακόμα & να συμβιβαστεί με αυτά για να επιτύχει την πολιτική του επιβίωση, επενδύοντας σε μια «γυμνή» κοινωνικά, «αντι-ΣΥΡΙΖΑ» λογική, με πρόταγμα το «νεφέλωμα» των μεταρρυθμίσεων…με δεξιό ιδεολογικά πρόσημο. (Αυτό είναι περίπου το πλαίσιο των «νέων πολιτικών συνθέσεων» που προτείνει ο Αντώνης Σαμαράς!)

Συμπερασματικά, σήμερα, 26 χρόνια μετά την κατάρρευση των «Σοβιέτ» & 42 χρόνια μετά την θεσμική & πολιτική δημοκρατικοποίηση της ελληνικής δεξιάς, το «ελληνικό κέντρο», ως ιδεολογικοπολιτικό περιεχόμενο, δεν μπορεί να προσφέρει τίποτα στα μέσα και κατώτερα στρώματα της ελληνικής κοινωνίας! Αντίθετα, το διάδοχο σχήμα του ΠΑ.ΣΟ.Κ., στον χώρο της σοσιαλδημοκρατίας-δημοκρατικού σοσιαλισμού-ευρωπαϊκής αριστεράς, (αυτό είναι το πολιτικό μέτωπο που πρέπει να διαμορφωθεί σε ευρωπαϊκό επίπεδο) οφείλει να εκφράσει τα φτωχά και αποκλεισμένα κοινωνικά στρώματα, τη νέα μορφωμένη δυναμική γενιά, εντός & εκτός Ελλάδας, τους επαγγελματίες & αγρότες και ιδιαίτερα την πολύπαθη μισθωτή εργασία του ιδιωτικού τομέα, & τον δημιουργικό-ικανό δημόσιο υπάλληλο.

Για γίνει αυτό, ο νέος σχηματισμός, πρέπει πρώτα να διαμορφώσει το πολιτικό πρόταγμα και στην συνέχεια να λυθούν οργανωτικής φύσης θέματα, χωρίς αποκλεισμούς. Η κομματική ολοκλήρωση έπεται μια και σε πρώτη φάση τα επιμέρους κόμματα είναι καλύτερο να διατηρήσουν την οργανωτική τους δομή-αυτονομία. Το πολιτικό πρόταγμα δεν μπορεί να είναι άλλο από το όραμα για μια ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ Ελλάδα με λειτουργικούς θεσμούς που διασφαλίζουν ισοπολιτεία-ισονομία, με ανοιχτή, παραγωγική & ρυθμισμένη οικονομία-αγορά και με δίκαιο & αποτελεσματικό κοινωνικό κράτος. Δηλαδή, για μια Ελλάδα που θα κλείσει την πόρτα στον μεταπολιτευτικό παλαιοκομματισμό & την πελατοκρατία!

Αυτός ο νέος σχηματισμός, με αυτό το πολιτικό πλαίσιο, αυτές τις κοινωνικές συμμαχίες, αλλά κυρίως με μπροστάρη μια νέα γενιά στελεχών, που δεν φέρει τα αμαρτήματα του 2ου κύκλου της μεταπολίτευσης, θα παρασύρει σύντομα τις μεγαλύτερες ηλικίες (που δυστυχώς ακόμα σκέφτονται με όρους «κεκτημένων» που χάνουν) & κάποια αστικά στρώματα του «μεσαίου χώρου» σε ένα νέο πολιτικό-εκλογικό ρεύμα, όπως  έκανε ο Ανδρέας Παπανδρέου το 1974. Μόνο έτσι, με στόχο την πραγματική ανόρθωση της πατρίδας μας & ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο, μπορούμε να ορθώσουμε ανάστημα απέναντι στη «νέα» δεξιά, που ετοιμάζεται να χτίσει το «νέο αναπτυξιακό μοντέλο» και το «νέο κοινωνικό κράτος» εις βάρος των πολλών & της αειφόρου ανάπτυξης!

[1] Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι μια «αριστερά», ελληνικό υβριδικό μετακομμουνιστικό μόρφωμα, με ασαφή φυσιογνωμία, απόλυτα συγκεχυμένο όραμα, που εμφορείται κυρίως από εφήμερα στοιχεία επικοινωνιακού λαϊκισμού αλλά και χωρίς σχέδιο για την διαμόρφωση μιας συνεκτικής, οικονομικά αποτελεσματικής και κοινωνικά δίκαιης, κοινωνίας. Ενώ, παράλληλα, δεν έχει μακροπρόθεσμες στρατηγικές αναλύσεις, όπως η ιστορική αριστερά για την χώρα & την θέση της στον κόσμο.

[2] Αναφέρομαι σε κοινωνικές ομάδες που πλέον το κοινό χαρακτηριστικό τους δεν είναι κάποιο αναπτυξιακό ή πολιτικό όραμα, αλλά αυτή καθαυτή η ανάγκη για επιβίωση, προοπτική και κάτι περισσότερο από ίσες ευκαιρίες, προκειμένου να ξεφύγουν από την περιθωριοποίηση που βρίσκονται.

[3] Στο 1ο μισό του αιώνα το πολιτικό δίπολο είχε στηθεί με επίκεντρο το πολιτειακό ζήτημα (βασιλικοί-αντιβασιλικοί) και είχε ως βασικό σημείο αναφοράς την κυρίαρχη παρουσία του Ελευθέριου Βενιζέλου (Βενιζελικοί-αντιβενιζελικοί). Το Κόμμα Φιλελευθέρων του Βενιζέλου ήταν η «αριστερά» της εποχής απέναντι στην δεξιά, εκπρόσωπο τότε της ελληνικής φεουδαρχίας & του παλαιοκομματισμού.

[4] Η μετά το 1999 φυσιογνωμία του ιστορικά, μάλλον, θα καταγραφεί ως εκφυλισμός, παρά ως μετεξέλιξη

[5] Το οποίο εγκατέστησαν οι Κωνσταντίνος Μητσοτάκης & Κώστας Σημίτης, απογείωσε ο Κώστας Καραμανλής & σήμερα εκπροσωπεί μέρος της «αντιμνημονιακής» συμμαχίας, η λαϊκή δεξιά & διάφορες «μεταεκσυγχρονιστικές εφεδρείες».)

Μανώλης Πετράκης, υποψ. Βουλευτής Ηρακλείου με το Κίνημα Δημοκρατών Σοσιαλιστών