Ένα μπάχαλο. Και όχι γιατί κάποιος άλλος, εκεί, κάπου, έξω φταίει. Αλλά γιατί εμείς το αποφασίσαμε. Και για την ακρίβεια το αποφασίζουμε κάθε μέρα που περνάει και που συνεχίζουμε να παραμένουμε στην ίδια κατάσταση. 

Η αλήθεια είναι ότι δεν γίνεται να αλλάξουν τα πράγματα χωρίς πίεση. Χωρίς να ξεβολευτούμε ή να χάσουμε «προνόμια». Η αλήθεια, επίσης, είναι ότι μετά από 5 χρόνια σκληρής αποστράγγισης και πίεσης, οικονομικής και κοινωνικής, η αντίδραση στο κάθε μέτρο είναι πολλαπλάσια. Όπως επίσης, και σε κάθε τι που μπορεί να είναι είτε περιττό, είτε εκ των προτέρων να καθίσταται προφανές ότι θα είναι αναποτελεσματικό. Η αλήθεια, επίσης είναι, ότι στα 5 χρόνια σκληρής πίεσης ήρθε και προστέθηκε ένας «υπέροχος» Ιούλιος και οι συνέπειές του. 

Αν θέλουμε να είμαστε συνεπείς, τόσο με τις επόμενες γενιές, που πληρώνουν και καλούνται να πληρώσουν όλο τον λογαριασμό, όσο και με τις προηγούμενες, που καλώς ή κακώς έχουν βάλει το ληθαράκι τους στην όλη κατάσταση θα πρέπει να καταρτίσουμε μία Νέα Κοινωνική Συμφωνία. Ναι, πλήρωνες τόσα χρόνια εισφορές αλλά τώρα τη σύνταξή σου πρέπει να την πληρώσω εγώ, που είμαι άνεργος και φιλοξενούμαι στο δικό σου σπίτι. Κάπως έτσι πάει αυτός ο φαύλος κύκλος της καταστροφής. Και κάπου πρέπει να σπάσει.

Όταν δεν βγαίνουν τα οικονομικά στο σπίτι υπάρχουν δύο λύσεις. Ή ψάχνεις για ακόμα μία δουλειά για να βγάλεις περισσότερα ή κάνεις περικοπή δαπανών. Ή, αν μπορείς, και τα δύο. Γιατί είναι τόσο δύσκολο να το κάνουμε στο μεγάλο μας σπίτι, τη χώρα μας; Γιατί κανείς δε θέλει να ξεβολευτεί ή γιατί κανείς δεν έχει αντοχές για άλλη ταλαιπωρία. 

Δεν είναι η πρώτη φορά που είμαστε υπό επιτήρηση και μέσα σε μνημόνιο ή που απαιτείται από το κουαρτέτο/παλιά τρόικα το α΄ ή το β΄. Πάντα στο δικό μας χέρι ήταν να βρούμε την εναλλακτική που θα τους πείσει και θα την δεχτούν. Και κάποιες τις δέχονταν. Με μελέτες, με προτάσεις, με παραδείγματα. Και δούλευαν.

Τέλος πάντων και για να μην κουράζω. Αν δεν αποδεχτούμε ότι το μεγάλο μας και δυσκίνητο Κράτος θα πρέπει να βγάζει τα χρήματά του για να μπορεί να προσφέρει και ότι θα πρέπει να παράγει έργο, μετρήσιμο, ορατό και απτό, τότε ας ξεχάσουμε σε αυτή τη χώρα την κοινωνική μας συνοχή, πολύ δε περισσότερο την ανάπτυξη. Ή όλοι μαζί ή κανείς. Έτσι πάει. Και ο δυσκίνητος γίγαντας που έχουμε θρέψει όλοι μας θα πέσει να μας πλακώσει. Χρειαζόμαστε ένα δυνατό κράτος, ξεκάθαρα. Η προσωπική μου άποψη. Αλλά χρήσιμο. 
Και επίσης, χρειαζόμαστε διαγενεακή δικαιοσύνη.

Δεν γίνεται το πιο σίγουρο επάγγελμα να είναι αυτό του συνταξιούχου! Και να μην μπορούν να πιάσουν δουλειά στα χέρια τους άνθρωποι 20, 30 ή 40 χρονών οι οποίοι θέλουν να προχωρήσουν τις ζωές τους και να δημιουργήσουν. Ή και 50 χρονών και παραπάνω, που θέλουν και μπορούν να παράγουν και να προσφέρουν. Ούτε γίνεται να στραγγαλίζονται όσοι, παρά όλες τις φουρτούνες της προηγούμενης 5ετίας κατάφεραν και επιβίωσαν επαγγελματικά, σε μη κρατικά χρηματοδοτούμενες επιχειρήσεις και θέσεις εργασίας. Και κυρίως δεν μπορεί να νοηθεί για να συντηρείται ένας όλο και περισσότερο αυξανόμενος αριθμός συνταξιούχων (που αν οι συνθήκες ήταν καλύτερες δεν θα αναγκάζονταν πολλοί απ’ αυτούς να βγουν στη σύνταξη αλλά θα μπορούσαν να συνεχίσουν να παράγουν – και δεν μιλώ για τους 65άρηδες). Ή ένας ολόκληρος στρατός από κόσμο που ενώ έχει δυνατότητες και ενδεχομένως όρεξη για δουλειά παραμένει παροπλισμένος σε υπηρεσίες δυσλειτουργικές και δαιδαλώδεις, χωρίς να μπορεί να αλλάξει τίποτε σε αυτές μπουχτισμένος.

Κάτι κάνουμε λάθος και πρέπει να το αλλάξουμε. Αυτό είναι το μόνο σίγουρο. Το θέμα είναι τι είμαστε διατεθειμένοι να αλλάξουμε. Και ποιος θα μας το ζητήσει. Και επί τέλους, αν κάτι μας έφερε έως εδώ, είναι το μπαλάκι των ευθυνών και κυρίως των ανευθυνοτήτων. Να μαζευτούμε όλοι, ανεξαιρέτως, να καταλήξουμε σε μια κοινωνική συμφωνία, που θα την τηρήσουμε και θα την σεβαστούμε, επίσης όλοι. 

Όσο και εάν διαφωνούμε στα επί μέρους.

  • Η Μάρα Λύσσαρη είναι δικηγόρος