Η Ελληνική Ένωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, με ανακοίνωσή της εκφράζει την αμέριστη ικανοποίησή της για την αθώωση του καθηγητή Χάιντς Ρίχτερ από το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Ρεθύμνου, όπου δικαζόταν για παράβαση του άρθρου 2 του ν. 927/1979 όπως τροποποιήθηκε με το ν. 4285/2014.

Όπως σημειώνεται στην ανακοίνωση:
 
Σε ανύποπτο χρόνο, σχολιάζοντας την περιπέτεια του τότε συζητούμενου αντιρατσιστικού νομοσχεδίου, η Ένωση είχε παρέμβει (28.5.2013, http://www.hlhr.gr/index.php?MDL=pages&SiteID=765) επισημαίνοντας ότι «η ποινικοποίηση του δημόσιου εγκωμιασμού εγείρει ζητήματα παραβίασης της ελευθερίας της έκφρασης εφόσον το νομοσχέδιο δεν εξαιρεί ρητά από το πεδίο εφαρμογής του την επιστημονική έρευνα και την ανταλλαγή απόψεων για την ιστορία» και προειδοποιώντας ότι «ειδικώς στην Ελλάδα σήμερα, είναι πολύ πιθανό να βρεθούμε με εξαμβλωματικές καταστάσεις ποινικής δίωξης ανθρώπων με τις ιστορικές θεωρήσεις των οποίων κάποιοι εισαγγελείς διαφωνούν». Πιο πρόσφατα, με αφορμή τη δίκη Ρίχτερ, η Ένωση επανήλθε (7.12.2015,http://www.hlhr.gr/?MDL=pages&SiteID=1175) διαπιστώνοντας επιβεβαίωση της ανησυχίας «ότι η εν λόγω διάταξη οδηγεί ευθέως στην ποινικοποίηση των αντίθετων από την κρατούσα επιστημονικών προσεγγίσεων του ιστορικού παρελθόντος» και υπενθυμίζοντας ότι «όπως έχει υπογραμμίσει και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, απόψεις και κρίσεις που μπορεί να προκαλούν ή να σοκάρουν πρέπει να προστατεύονται». Όπως τόνισαν σε δημόσια δήλωσή τους 17 μέλη της Ακαδημίας Αθηνών (20.12.2015), αυτή καθεαυτήν η άσκηση ποινικής δίωξης, από μια εισαγγελική αρχή «υπό την επήρεια συναισθηματισμού και εθνικής έξαρσης …, συνιστά πλήγμα σε βάρος του κύρους της ελληνικής δικαιοσύνης και του ελληνικού νομικού πολιτισμού».
 
Ευτυχώς, το όνειδος αυτό δεν ολοκληρώθηκε. Στην αθωωτική του απόφαση, το δικαστήριο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο νομοθέτης, ακόμη και αν έχει ο ίδιος καθορίσει το νομικό χαρακτηρισμό ιστορικών γεγονότων ως εγκλημάτων, δεν επιτρέπεται να ποινικοποιεί την αμφισβήτηση αυτού του χαρακτηρισμού, καθώς έτσι παραβιάζει την ελευθερία του λόγου: «οι νόμοι που αναγνωρίζουν ιστορικά γεγονότα δεν μπορούν, σε ένα σύγχρονο κράτος δικαίου, να αποτελούν τη βάση δεσμευτικών κανόνων που συνεπάγονται νομικές απαγορεύσεις και κυρώσεις». Αξίζει, μάλιστα, να επισημανθεί ότι η παρήγορη αυτή διάσωση του κύρους της ελληνικής δικαιοσύνης προέρχεται από Μονομελές Πλημμελειοδικείο, δικαιώνοντας έτσι, για μια ακόμη φορά, τη διάχυτη αρμοδιότητα όλων των δικαστικών βαθμίδων για έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων, καύχημα της ελληνικής έννομης τάξης ήδη από το 19ο αιώνα.
 
Η συνέχεια ανάγεται και πάλι στην ευθύνη του νομοθέτη, ο οποίος καλείται να επαναφέρει την αντιρατσιστική ποινική νομοθεσία στον ορθό δρόμο, αναζητώντας το μέτρο ανάμεσα στην ελευθερία του λόγου και στην καταστολή της εξώθησης σε π$ράξεις μίσους. Ήδη έχει στα χέρια του κρυστάλλινα νομικά επιχειρήματα, δικαιολογίες αδράνειας όμως δεν έχει.