Οκτώ χρόνια μετά την μεγάλη χρηματοοικονομική κρίση του 2008, οι οικονομίες αδυνατούν να επιστρέψουν σε ισχυρούς ρυθμούς ανάπτυξης και το φάντασμα του αποπληθωρισμού συνεχίζει να πλανάται από πάνω τους. Το κλασσικό, αν και μη συμβατικό μέτρο, της ποσοτικής χαλάρωσης χρησιμοποιήθηκε κατά κόρον από τις κεντρικές τράπεζες στον βωμό της καταπολέμησης του αποπληθωρισμού. Είχε προηγηθεί ο πλήρης μηδενισμός των επιτοκίων παρέμβασης από τις κεντρικές τράπεζες.

Όλα αυτά τα μέτρα βοήθησαν μεν αλλά δεν έλυσαν το πρόβλημα. Αρκετή κριτική έχει γίνει πάνω στην αποτελεσματικότητα των πολιτικών ποσοτικής χαλάρωσης, και οι επικρίνοντες αυτήν επισημαίνουν ότι βοήθησαν την άνοδο των τιμών των περιουσιακών στοιχείων (και κυρίως των μετοχών), δεν απέφεραν όμως τα προσδοκώμενα αποτελέσματα στην ευρύτερη οκονομία. Με τον τρόπο αυτό μάλιστα διόγκωσαν τελικά, αντί να εξομαλύνουν, τις κοινωνικές ανισότητες, αφού οδήγησαν στο άνοιγμα της ψαλίδας μεταξύ πολύ πλουσίων και κατωτέρων στρωμάτων.
 
Παρά την ασκηθείσα κριτική, η ποσοτική χαλάρωση βοήθησε κυρίως την αμερικάνικη οικονομία να ανακάμψει έστω και με μέτριους ρυθμούς. Σημαντικό δε επίτευγμα είναι η τεράστια πτώση της ανεργίας, η οποία επανείλθε στα προ κρίσης επίπεδα. Η πρόσφατη αναταραχή όμως στην παγκόσμια οικονομία αναγκάζει τις κεντρικές τράπεζες να υιοθετήσουν νέα όπλα. Την εφαρμογή αρνητικών επιτοκίων. Τι σημαίνει όμως για τις τράπεζες και την παγκόσμια οικονομία η εφαρμογή αρνητικών επιτοκίων από το όλες σχεδόν τις μεγάλες κεντρικές τράπεζες ;

Τα αρνητικά επιτόκια αποτελούν ένα μέτρο άσκησης βοηθητικής νομισματικής πολιτικής, με σκοπό την πιστωτική επέκταση και την τόνωση της οικονομίας. Κατά την συνηθέστερη εφαρμογή του, η κεντρική τράπεζα χρεώνει αντί να πιστώνει με τόκο, τα διαθέσιμα των εμπορικών τραπεζών που κατατίθενται σε αυτήν. Το ζητούμενο αποτέλεσμα είναι να εξαναγκασθούν οι εμπορικές τράπεζες να διατηρούν όσο το δυνατόν λιγότερα διαθέσιμα στις κεντρικές τράπεζες και να τα δώσουν ως νέα δάνεια στις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά.

Αρκετές κεντρικές τράπεζες σημαντικών οικονομιών έχουν προχωρήσει σε αρνητικά επιτόκια, όπως η Σουηδία, η Ελβετία, η Δανία, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και πρόσφατα και η Ιαπωνία. Δεν θα αποτελέσει έκπληξη αν δούμε σύντομα και την Federal Reserve να ακολουθεί. Οι αγορές όμως δεν δείχνουν να ενθουσιάζονται από την υιοθέτηση της πολιτικής αρνητικών επιτοκίων. Τουναντίον μάλιστα, η πρόσφατη μεγάλη πτώση των τραπεζικών μετοχών διεθνώς αποδίδεται σε μεγάλο βαθμό στα αρνητικά επιτόκια. Ας εξετάσουμε αναλυτικότερα τις συνέπειες των αρνητικών επιτοκίων στις τράπεζες και στην οικονομία.

Τα αρνητικά επιτόκια μετακινούν την καμπύλη επιτοκίων προς τα κάτω, μειώνοντας το κόστος δανεισμού σε όλες τις διάρκειες. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα την συρίκνωση του περιθωρίου κέρδους των τραπεζών, αφού αφενός υφίστανται το κόστος διατήρησης των διαθεσίμων τους στις κεντρικές τράπεζες και αφετέρου μειώνεται το επιτόκιο που μπορούν να χρεώσουν στους πελάτες τους. Υπό την πίεση αυτή της κερδοφορίας τους, οι εμπορικές τράπεζες ίσως αναγκαστούν τελικά να περάσουν το κόστος αυτό στον δανειολήπτη, ανατρέποντας έτσι τις αρχικές προσδοκίες για πιστωτική επέκταση.
Εάν μάλιστα συνδυαστεί και πέρασμα του κόστους και στους καταθέτες, εγκυμονεί ο κίνδυνος της απόσυρσης καταθέσεων και αύξησης του χρήματος σε κυκλοφορία (Μ1). Το γεγονός αυτό θα αποτελέσει επιπλέον τροχοπέδη στην ζητούμενη πιστωτική επέκταση.
Τα αρνητικά επιτόκια ωθούν συνήθως προς τα κάτω το νόμισμα της χώρας που τα υιοθετεί, βοηθώντας με αυτόν τον τρόπο τις εξαγωγές της. Στην παρούσα συγκυρία όμως, με όλες τις κύριες παγκόσμιες οικονομίες να ακολουθούν αντίστοιχες πολιτικές, το πιθανότερο αποτέλεσμα θα είναι ένας νομισματικός πόλεμος, όπου τελικά δεν θα υπάρξουν νικητές. Εντύπωση προκαλεί μάλιστα η ανατίμηση του ευρώ και του γεν έναντι του δολαρίου, εν μέσω πολιτικής αρνητικών επιτοκίων. Η αιτία θα πρέπει να αναζητηθεί στην παγκόσμια ανησυχία στις αγορές που οδηγεί προσωρινά τους επενδυτές στα ασφαλή νομισματικά καταφύγια.
Η πολιτική αρνητικών επιτοκίων θα διευκολύνει την χρηματοδότηση των κρατικών χρεών, αφού μειώνει το κόστος χρηματοδότησης τους. Ενδεικτικά στην Ιαπωνία τα κρατικά ομόλογα έχουν γυρίσει και αυτά σε αρνητικές αποδόσεις.

Αν κρίνουμε από την μέχρι τώρα συμπεριφορά των αγορών στην πολιτική των αρνητικών επιτοκίων, οι ανησυχίες φαίνεται ότι είναι περισσότερες από τα προσδοκώμενα οφέλη. Και όσο περισσότερο αρνητικά γίνουν τα επιτόκια τόσο περισσότερο θα ταλαιπωρούνται τα χρηματιστήρια και θα επιτείνεται η ανησυχία για τις αρνητικές συνέπειες αυτών στην πραγματική οικονομία.