«Πριν πυροβολήσουμε (κατά τη συνήθεια μας) ομαδόν τον κ. Τόμσεν ας σκεφτούμε το εξής: Με τα μυαλά των πολιτικών μας, φόρους επί φόρων κι όποιος αντέξει, ανάπτυξη δεν πρόκειται να δούμε ποτέ. Το ίδιο και με τις προτάσεις των ευρωπαίων. Με τις προτάσεις των αμερικανών μπορεί να μειώνονται ξανά οι συντάξεις, όμως λύνεται το ασφαλιστικό. Με την επίλυση και της εκκρεμότητας του χρέους, ο δρόμος της ανάπτυξης, της μείωσης της ανεργίας, της ελπίδας ανοίγει ξανά». Αυτός ήταν ο επίλογος της στήλης του Σαββάτου, σε μία προσπάθεια να πέσει λίγο περισσότερο φως σε μία πρόταση δύσκολη μεν, με αρκετά θετικά στοιχεία δε. Βασικότερο όλων η δυνατότητα επιστροφής στη χώρα στον επενδυτικό χάρτη, τη μοναδική λύση για τη μείωση της ανεργίας. 

Πριν αλέκτωρ λαλήσει, ήρθε η απάντηση στο δεύτερο υψηλότερο επίπεδο, αυτό του αντιπροέδρου της κυβέρνησης κ. Δραγασάκη, για το «καταστροφικό» της πρότασης Τόμσεν. Θεωρεί προφανώς ο αντιπρόεδρος ότι η προτεινόμενη από την κυβέρνηση πρόταση της αύξησης των εισφορών του ΙΚΑ από εργοδότες και εργαζόμενους και η παράλληλη αύξηση των εισφορών του ΟΑΕΕ (πρώην ΤΕΒΕ, Ταμείο εμπόρων κτλ.) στο 26,5% του δηλούμενου εισοδήματος (!) ευεργετική για την οικονομία. «Ένας νέος κύκλος περικοπών στις συντάξεις, για 12η φορά τα τελευταία χρόνια, πέραν του ότι θα ήταν ένα κοινωνικά άδικο μέτρο, θα διακινδύνευε την είσοδο της ελληνικής οικονομίας σε έναν ακόμη νέο υφεσιακό κύκλο», λέει χαρακτηριστικά, λες και η οικονομία δεν βρίσκεται ήδη στην ύφεση. «Ένας νέος γύρος περικοπών συντάξεων και μισθών θα κατέστρεφε τις δυνατότητες ανάκαμψης της οικονομίας», κατέληξε. Εδώ χτυπάει η καρδιά του σύγχρονου ελληνικού δράματος, στην καθολική πολιτική άρνηση του να αντιληφθούμε πως το σύστημα έχει εξαντλήσει τις δυνατότητες του στο μέτωπο των εσόδων και πρέπει να εστιάσει στο μέτωπο των δαπανών. Μας μιλά ασαφώς ο κ. αντιπρόεδρος για την άρνηση μείωσης μισθών, χωρίς να εξηγεί πως κανένας δεν ζήτησε κάτι τέτοιο. Στον Δημόσιο τομέα υπάρχουν περιοχές (βασικά κρατικές εταιρίες), που πρέπει να φύγουν από το δημόσιο μισθολόγιο, πρέπει δηλαδή να γίνουν αποκρατικοποιήσεις. Στον ιδιωτικό τομέα από την άλλη, οι μειώσεις μισθών έχουν ήδη γίνει πραγματικότητα, σε σημείο μηδενισμού μάλιστα για το ενάμιση εκατομμύριο συμπολιτών μας που είναι άνεργοι. Σήμερα κανένας δε ζητά απολύσεις, ειδικά από τους ευαίσθητους τομείς παιδείας, υγείας και ασφάλειας, παρά μόνο εξορθολογισμό και αξιολόγηση, ώστε με το ίδιο κόστος να βελτιωθεί το παραγόμενο τελικό αποτέλεσμα.  

Τελικά το ελληνικό δράμα συνοψίζεται στην άρνηση κατανόησης της σύγχρονης πραγματικότητας. Λες και κάποιος μας καταράστηκε να χρειαζόμαστε έναν «πατερούλη» για να αισθανόμαστε ασφάλεια, ακόμα και σήμερα ορκιζόμαστε στο κράτος και αντιμετωπίζουμε επιφυλακτικά τον ιδιωτικό τομέα. Την ώρα που τα καλύτερα σχολικά συστήματα από το δημοτικό εκπαιδεύουν τα παιδιά στην επιχειρηματικότητα, εμείς μαθαίνουμε να τα περιμένουμε όλα από το κράτος. Την ίδια ώρα τον Ιανουάριο προστέθηκαν 9.954 άτομα στους καταλόγους της ανεργίας.