Ολοένα και πυκνώνουν τα σύννεφα πάνω από την παγκόσμια οικονομία και φουντώνουν οι ανησυχίες για μία νέα ύφεση. Η μεγάλη πτώση του πετρελαίου έχει φέρει αρκετές αναδυόμενες οικονομίες σε κατάσταση υπερχρέωσης, με χαμηλή πλέον ανάπτυξη, βυθιζόμενα νομίσματα και πληθωρισμό σε άνοδο. Η Κίνα, δεύτερη σε μέγεθος παγκόσμια οικονομία, αποτελεί μία συνεχή πηγή ανησυχίας, η αδυναμία της οποίας θα επιτείνει ακόμα περισσότερο το πρόβλημα στις υπόλοιπες αναδυόμενες οικονομίες. Η κατάσταση της ευρωζώνης τείνει να εξελιχθεί σε μία χρόνια αρρώστια που δεν αφήνει πολλά περιθώρια αισιοδοξίας. Ακόμα όμως και αν πάνε καλύτερα τα πράγματα σε αυτές τις χώρες, το τεράστιο μέγεθος του παγκόσμιου χρέους θέτει σε αμφισβήτηση την βιωσιμότητα μιας τέτοιας θετικής κατάστασης.

Μοναδική ελπίδα στην παγκόσμια οικονομία παραμένει η οικονομία των Η.Π.Α.  Στην αμερικάνικη οικονομία υπάρχουν ακόμα σημάδια που υποστηρίζουν την συνέχιση της ανάπτυξης. Η ανεργία συνεχίζει να μειώνεται, καθώς ολοένα περισσότερες θέσεις εργασίας δημιουργούνται, ενώ αυξάνεται παράλληλα και ο αριθμός των ατόμων που επιθυμούν να είναι οικονομικά ενεργοί. Η αγορά κατοικίας παραμένει ισχυρή και απέχει πολύ από εκείνο το σημείο που θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί σαν φούσκα. Η εταιρική κερδοφορία έχει αρχίσει όμως να μειώνεται , ενώ σημάδια επιβράδυνσης φαίνονται και στην βιομηχανική παραγωγή. Η αδυναμία των άλλων κρατών και το ισχυρό δολάριο δεν βοηθούν επίσης τις εξαγωγές.

Όλα αυτά τα αρνητικά σημάδια έχουν ανησυχήσει και τις χρηματιστηριακές αγορές, οι οποίες καταγράφουν έντονες απώλειες από την αρχή του έτους. Η μεγαλύτερη ανησυχία όμως για την παγκόσμια οικονομία προκύπτει από το γεγονός ότι τα διαθέσιμα εργαλεία για την αντιμετώπιση μίας νέας παγκόσμιας ύφεσης έχουν περιοριστεί σημαντικά.

Την μεγαλύτερη συμμετοχή στην αντιμετώπιση της κρίσης του 2008 είχαν αναμφίβολα οι κεντρικές τράπεζες. Η συμμετοχή τους δεν σηματοδοτεί μία μετατόπιση εξουσίας προς την πλευρά τους. Απλά οι κεντρικές τράπεζες, με την αμεσότητα της νομισματικής πολιτικής σαν εργαλείο, προσπάθησαν να κερδίσουν χρόνο μέχρις ότου μπουν δυναμικά στο παιχνίδι οι κυβερνήσεις. Δυστυχώς, για διάφορους λόγους, οι κυβερνήσεις δεν ανέλαβαν ποτέ το φορτίο που τους αντιστοιχούσε, αναβάλλοντας για το μέλλον τις επώδυνες αποφάσεις.

Οι κεντρικές τράπεζες υπερέβαλλαν εαυτόν, μηδενίζοντας τα επιτόκια παρέμβασης και υιοθετώντας πολιτικές ποσοτικής χαλάρωσης με επαναγορές κρατικών ομολόγων. Με τις πολιτικές αυτές αποφεύχθηκαν τα χειρότερα, η αποτελεσματικότητα τους όμως αμφιστητείται από αρκετούς.  Η κριτική εστιάζεται στο γεγονός ότι οι κύριες συνέπειες των πολιτικών ποσοτικής χαλάρωσης ήταν η φρενήρης άνοδος των χρηματιστηριακών αξιών και το πλημύρισμα με φθηνό χρήμα των αναδυόμενων οικονομιών. Η άφθονη παροχή ρευστότητας στις αναδυόμενες οικονομίες δημιούργησε μία νέα φούσκα χρέους η οποία τώρα απειλή την ανάπτυξη των ανεπτυγμένων οικονομιών.
Τώρα οι κεντρικές τράπεζες, έχοντας εξαντλήσει το οπλοστάσιο τους, οδηγούνται σε αρνητικά πλέον επιτόκια. Τα αρνητικά όμως επιτόκια έχουν και σοβαρές παρενέργειες αφού πλήττουν την κερδοφορία των εμπορικών τραπεζών και ενέχουν τον κίνδυνο απόσυρσης ρευστότητας από τους καταθέτες.

Έτσι η αποτελεσματικότητα της νομισματικής πολιτικής δείχνει να φθάνει τα όρια της. Το βάρος πρέπει να πέσει τώρα στά κράτη και στην ασκούμενη δημοσιονομική πολιτική. Και εδώ όμως τα πράγματα δεν είναι πολύ χαρμόσυνα καθώς το δημόσιο χρέος των κρατών βρίσκεται σε πρωτοφανή επίπεδα. Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι το χρέος των Η.Π.Α. ανέβηκε από 64% του ΑΕΠ το 2008 σε 104% το 2015, στην Ευρωζώνη από 66% σε 93% και στην Ιαπωνία από 176% σε 237%. Η οποιαδήποτε χαλάρωση στην δημοσιονομική πολιτική των κρατών το δημόσιο χρέος σε υψηλά και ανερχόμενα επίπεδα εγκυμονεί σοβαρούς κινδύνους.

Παρόλα αυτά , μία πολιτική φοροελαφρύνσεων, στοχευμένη στα κοινωνικά στρώματα που έχουν την μεγαλύτερη πιθανότητα να επιστρέψουν τις φοροελαφρύνσεις πίσω στην κατανάλωση θα έχει θετικό αποτέλεσμα. Ισχυρή επίδραση έχουν επίσης και οι κρατικές επενδύσεις σε έργα υποδομής (δρόμοι, γέφυρες, αεροδρόμια κλπ). Τα μακροπρόθεσμα κρατικά επενδυτικά προγράμματα τονώνουν την αυτοπεποίθηση στην ιδιωτική οικονομία για την μελλοντική ζήτηση και κάθιστούν περισσότερο πιθανή μία διατηρήσιμη ανάκαμψη.

Σε κάθε περίπτωση η παρέμβαση των κρατών είναι περισσότερο επείγουσα και αναγκαία από ποτέ, καθώς τα νομισματικά εργαλεία εξάντλησαν την δυναμική τους. Οι κρατικές παρεμβάσεις δεν πρέπει να εξαντληθούν στα  φορολογικά μέτρα  και τις κρατικές δαπάνες αλλά πρέπει να προχωρήσουν και σε ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις που θα μπορεί να θίγουν προνόμια αλλά θα καταστήσουν περισσότερο ανταγωνιστικές τις οικονομίες τους.