Στις «δαγκάνες» της εφορίας αναμένεται να πέσουν το επόμενο διάστημα χιλιάδες φορολογούμενοι. Μετά την αναδιάταξη των ελεγκτικών μηχανισμών, πλέον, στην υπηρεσία της Φορολογικής Διοίκησης έχουν τεθεί το Σώμα Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος, το γνωστό μας «ΣΔΟΕ» και το Κέντρο Ελέγχου Φορολογουμένων Μεγάλου Πλούτου (ΚΕΦΟΜΕΠ) και οι έλεγχοι θα ενταθούν προκειμένου να εισρεύσουν χρήματα στα άδεια κρατικά ταμεία. Με όπλο την άμεση άρση του τραπεζικού απορρήτου, την επέκταση της χρονικής έκτασης του ελέγχου στο παρελθόν, και τις διατάξεις περί προσαύξησης περιουσίας, το βάρος της απόδειξης ότι “όλα έχουν καλώς” μετακυλίεται στον ίδιο τον πολίτη.

Μάλιστα, το χειρότερο πράγμα που συμβαίνει, όπως έχουν δείξει οι μέχρι στιγμής έλεγχοι, είναι πως πρώτα γίνεται η δέσμευση των τραπεζικών λογαριασμών των ελεγχομένων, και κατόπιν πληροφορούνται οι τελευταίοι πως ελέγχονται. Έτσι, οι περισσότερες περιπτώσεις συμπολιτών μας μαθαίνουν ότι είναι σε έλεγχο γιατί δοκιμάζουν να κάνουν χρήση κάποιας χρεωστικής ή πιστωτικής κάρτας και αυτή δεν γίνεται δεκτή καθότι έχουν μπλοκάρει οι λογαριασμοί τους.

Όπως μας αναφέρει ο κ. Μιχάλης Μαρκουλάκος, δικηγόρος και ίσως ένας από τους πλέον ειδικούς στο χώρο των φορολογικών ελέγχων, “η διάταξη περί προσαύξησης περιουσίας σε συνδυασμό με τον τρόπο που η φορολογική αρχή πραγματοποιεί τον έλεγχο της, δημιουργεί πολύ σοβαρά ερωτήματα ορθότητας και νομιμότητας των συγκεκριμένων φορολογικών ελέγχων”. Μέσα από ένα αμφισβητούμενο, και εν πολλοίς άδικο νομικό πλαίσιο, η Φορολογική Διοίκηση επιδιώκει την επιβολή φόρων και προστίμων αναγόμενη στο παρελθόν, ακόμη και από το 1999, διαχέοντας μια αίσθηση ανασφάλειας σε κάθε φορολογούμενο πολίτη, ελεγχόμενο ή μη, που κάθε άλλο παρά συνάδει με την ασφάλεια δικαίου, που οφείλει να επικρατεί σε μια ευνομούμενη πολιτεία. Ιδίως δε η δέσμευση των τραπεζικών λογαριασμών των ελεγχομένων από τον Οικονομικό Εισσαγελέα, για όλες πλέον τις φορολογικές υποθέσεις, ωσάν όλοι να έχουν φοροδιαφύγει ενώ ο έλεγχος δεν έχει καν ξεκινήσει επί της ουσίας, είναι μία βαθιά άδικη διαδικασία που πρέπει να σταματήσει. Δεν μπορεί να αντιμετωπίζονται άπαντες ως ένοχοι νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες επειδή απλώς ελέγχονται φορολογικά δίχως ακόμη να έχουν ελεγχθεί.

Για να γίνει ευκόλως αντιληπτό, το άθροισμα του συνόλου των πιστώσεων σε λογαριασμούς των ελεγχομένωνα (είτε αφορούν πρωτογενείς είτε δευτερογενείς πιστώσεις) είναι συνήθως 5-8 φορές το πραγματικό ποσό χρημάτων που έχει στην κατοχή του ο ελεγχόμενος και κυκλοφορεί μεταξύ των τραπεζικών του λογαριασμών. Δεν είναι λοιπόν λογικά δυνατό να δεσμεύονται οι λογαριασμοί όλων των ελεγχομένων επί τη βάση πλασματικών, μη φιλτραρισμένων αθροίσεων.

“Πρακτικά, με τον τρόπο αυτό, το κράτος δικαίου εξελίσσεται σε κράτος είσπραξης φόρου με κάθε μέσο και τρόπο κατά πάντων” συνεχίζει ο κ. Μαρκουλάκος. Ο ίδιος μας επεξηγεί την σύνθετη μεθοδολογία υπεράσπισης που χρησιμοποιεί για τους πελάτες του και τονίζει, ότι οι φορολογικοί έλεγχοι έχουν εξελιχθεί σε τέτοια κλίμακα, που είναι αδύνατον για κάποιον που δεν γνωρίζει σε βάθος το νομικό πλαίσιο και δεν χειρίζεται με πληρότητα λογιστικές και οικονομικές πρακτικές, να μπορέσει να τους παρακολουθήσει και να ανταποκριθεί με επιτυχία, διασφαλίζοντας τα συμφέροντα του πελάτη του.

Πάντως, όπως τονίζει με κάθε τρόπο ο ίδιος, “σε κάθε περίπτωση οι φορολογούμενοι δεν πρέπει να φοβούνται και να πανικοβάλλονται. Τόσο οι προσφυγές ενώπιον την Διοίκησης, όσο και η δικαστική πορεία αμφισβήτησης ενός φορολογικού ελέγχου έχουν καταδείξει, μέχρι τώρα, ότι μπορεί μεν αρχικώς η Διοίκηση να φαίνεται παντοδύναμη αλλά η σωστή προετοιμασία,  η πρόληψη και η εγρήγορση των φορολογουμένων αποτελούν ανασταλτικά, και πολλές φορές και ανακόπτοντα στοιχεία αυτής της ελεγκτικής παράκρουσης”.