«Τέλειωσαν τα άσχημα. Έρχονται τα χειρότερα»! Τάδε έφη ο Αναπληρωτής Υπουργός Οικονομικών. Προχθές στη Βουλή! Δεν έχουμε λόγο για να μην τον πιστέψουμε. Κάτι ξέρει παραπάνω από εμάς. Τουλάχιστον, μέχρι την ημέρα των επισήμων ανακοινώσεων για τη αξιολόγηση του τελευταίου (;) και πιο θλιβερού προγράμματος για την ανόρθωση της ελληνικής οικονομίας. 

Αν οι πληροφορίες είναι σωστές, με τους δανειστές τα έχουμε βρει. Μόνο στο φορολογικό. Και μένουν ακόμα πολλά. Για το ασφαλιστικό! Που έχουν απορρίψει τις διαδοχικές προτάσεις μας. Για τα «κόκκινα δάνεια»! Είμαστε ακόμα μακριά! Αν σωστά μας ενημερώνει ο άλλος αρμόδιος Υπουργός. Για το διαβόητο «ταμείο πολύτιμών περιουσιακών στοιχείων της Ελλάδας»! Που το απαιτούν ως εγγύηση. Μήπως και κάνουμε καμιά στραβοτιμονιά. Για τις μεταρρυθμίσεις! Δεν ξέρουμε το περιεχόμενό τους. Φαίνεται πως το εργασιακό θεσμικό πλαίσιο θα καταντήσει χαοτικό. 

Η Κυβέρνηση βιάζεται για την αξιολόγηση. Το ίδιο και οι δανειστές – εταίροι μας. Ιδίως οι Ευρωπαίοι. Το ΔΝΤ δεν βιάζεται. Μολονότι αυτό κρατάει την καραμέλα της ελάφρυνσης του δημόσιου χρέους. 

Τα διαχρονικά νέα είναι ακόμα πιο άσχημα. Ακόμα χειρότερα. Τα μισά, σχεδόν, νοικοκυριά ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας. Ένας στους πέντε Έλληνες δεν μπορεί να καλύψει τις βασικές του ανάγκες. Και ανάμεσα στους άνεργους, το 43% αδυνατεί να εξασφαλίσει τα προς το ζην. 

Η ανεργία έχει βαλτώσει στα επίπεδα του 25%. Πώς θα μπορούσε να είναι διαφορετικά; Όταν δεν πραγματοποιείται καμιά επένδυση; Όταν δεν προγραμματίζεται, ούτε μελετάται καμία καινούρια επενδυτική πρωτοβουλία; Οι προβλέψεις είναι ζοφερές. Πρέπει να περιμένουμε άλλα 20 χρόνια για να επιστρέψουμε στα επίπεδα απασχόλησης του 2008. 

Το πιο σκληρό στατιστικό στοιχείο; Ένας στους δύο νεολαίους είναι άνεργος. Και αυτός που απασχολείται, βρίσκεται σε καθεστώς εκ περιτροπής εργασίας ή άλλων ευέλικτων μορφών απασχόλησης. 

Ήρθε η ώρα να στοχαστούμε. Ειδικά εμείς της γενιάς του 60’. Θέλαμε δουλειές. Και τις είχαμε. Προσδοκίες, που εκπληρώθηκαν. Δεν φοβόμασταν την έξοδο από την εργασία. Διεκδικούσαμε, βάσιμα, απασχόληση με υψηλότερα εισοδήματα. Παντρευόμασταν στα νιάτα μας. Και σύντομα αποκτούσαμε ένα καλό σπίτι. Μια γρήγορη μετάβαση απ’ τη γκαρσονιέρα των φοιτητικών μας χρόνων σε διαμερίσματα ορόφων ή και ρετιρέ. Γιατί όχι και εξοχικό; Χωρίς βασανιστικές έγνοιες για το περιβάλλον. Σπουδάζαμε τα παιδιά μας. Χωρίς πολλά – πολλά εμπόδια. Χωρίς πολλές -  πολλές σκοτούρες. Η παραοικονομία ήταν όλη δική μας. Ευτραφής και βολική! Και σίγουρα οι συντάξεις μας ήσαν αρχοντικές και γενναιόδωρες. Όχι, σπάνια, πάνω και από το μισθό μας. Με δανεικά απ’ τα παιδιά μας. 

Στην αφετηρία της ενσυνείδητης ζωής μας είχαμε απέραντες φιλοδοξίες. Θα αλλάζαμε τον κόσμο. Θα φέρναμε την ειρήνη και τη δικαιοσύνη. Το «τέλος της ιστορίας», που προφητεύσαμε, δεν ήλθε ποτέ. Η βία, που κάποιους από εμάς γοήτευσε, επιβλήθηκε ως καταστροφή. Και το ιδεολόγημα του «τέλους» πετάχθηκε ως βολίδα προς το μέλλον. Η «σύγκρουση των πολιτισμών» επαληθεύτηκε. Όχι, βέβαια, στα χρώματα ή στην έντασή τους, που έδωσε ο συγγραφέας που πρωτομίλησε. 

Η γενιά των νέων του σήμερα ξεκινάει με πολλά βάρη. Απ’ τα δανεικά και τα χρέη τα δικά μας. Απ’ τα δικά της δάνεια σπουδών. Απ’ την αδυναμία να αποκτήσουν δική τους στέγη. Απ’ το άπιαστο όνειρο της κοινωνικής ασφάλισης. Σε όλες τις μορφές της. Απ’ την έλλειψη νέων θέσεων εργασίας. Και απ’ τη σταδιακή συρρίκνωση των παλιών. Μέσα σ’ ένα κόσμο που η επιδίωξη της ατομικής ευτυχίας είναι μια περιπέτεια. Και η συλλογική δημιουργία μπερδεύεται με άγριες μετακινήσεις λαών. 

Ας παραφράσουμε τον ποιητή! Εμείς, η γενιά μας, «οι εκδρομείς του 60’» παραμείναμε ανήλικοι διαρκώς. Είχαμε συμπεριφορές ανατροπής. Στο βάθος είμασταν συντηρητικοί. Γύρω στο 83’ παχύναμε. Έχουμε κενά στη μνήμη μας. Κοιμηθήκαμε στις καρέκλες κάποιου σωματείου. Ζούμε το θάνατό μας στο καθιστικό. Στα 55 μας αποκτήσαμε μπλοκ επιταγών. Χωρίς, τελικά, αντίκρισμα.  

Δυστυχώς τα καταφέραμε. Προκαλέσαμε χάσμα ανάμεσα στις γενιές; Πυροδοτήσαμε έναν πόλεμο γενεών. Εκτός αν τις λέξεις που γράψαμε, τις αποσύρουμε από τις θεατρικές σκηνές της υποκρισίας και τις παραδώσουμε  στις επιτακτικές ανάγκες μιας πνευματικής και ιδεολογικής επανάστασης. Κάτι τέτοιο, όμως, χρειάζεται συνέργειες μεταξύ των γενεών. Και άλλη γλώσσα! Και καινούριες λέξεις! Και ολοκαίνουριες προτάσεις! Και τη δύναμη που φέρνει καθετί νέο.