Μια κρίση του ευρύτερου οικονομικού περιβάλλοντος, που επηρεάζει περισσότερο τις οικονομίες του κοινοτικού νότου, αποτυπώνει όχι μόνον τις διαφορές οικονομικής ανάπτυξης μεταξύ του πλεονασματικού Βορρά και του ελλειμματικού Νότου, αλλά και τα βασικά σημεία στρατηγικής κατεύθυνσης και ύπαρξης θεσμικών κενών στην ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική.

Η πιο χαρακτηριστική περίπτωση, της Οικονομικής Νομισματικής Ένωσης, που σχεδιάστηκε και άρχισε να διαμορφώνεται στις αρχές της 10ετίας του ’90, εφοδίασε την Κοινότητα/Ένωση με το αναγκαίο ενιαίο ευρωπαϊκό νόμισμα, όμως το οικοδόμημα παρέμεινε ημιτελές, καθώς την ενοποίηση στο νομισματικό πεδίο, δεν ακολούθησε αντίστοιχη στο οικονομικό.

Είκοσι πέντε χρόνια μετά, αφότου έχουν επέλθει κοσμογονικές αλλαγές στο ευρωπαϊκό περιβάλλον, με την πτώση του Τείχους,  την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού, τις διευρύνσεις της ΕΕ, τα θεσμικά ελλείμματα δεν αντιμετωπίσθηκαν μέσα από μια ολοκληρωμένη μεταρρύθμιση των Συνθηκών, αλλά με μερικές επικαλύψεις, όπου ο διακυβερνητικός, γραφειοκρατικός χαρακτήρας είναι εμφανής.

Και έτσι τα ελλείμματα παρέμεναν, σήμερα η ΕΕ προσπαθεί να αντιμετωπίσει τα θέσφατα μιας περιόδου, όπου ο κανόνας της ομοφωνίας εθεωρείτο ταμπού για τις εθνικές κυβερνήσεις, με την Συνθήκη της Λισαβόνας να έρχεται πολύ καθυστερημένα, για να  καλύψει τα όσα τραυματικά προέκυψαν από την Συνθήκη της Νίκαιας και έπειτα.

Σήμερα, το κοινοτικό κεκτημένο, οριοθετεί όχι τους πειθαναγκασμούς των ευρωπαϊκών διαδικασιών και μηχανισμών, αλλά την αξιολόγηση των αδυναμιών της ενοποίησης, το πώς οι εμπλουτισμένοι μηχανισμοί της οικονομικής διακυβέρνησης, μπορούν να ανασυνθέσουν τον πυλώνα της ΟΝΕ, το Σύμφωνο Δημοσιονομικής Σταθερότητας, το κανονιστικό και εποπτικό πλαίσιο, με την αναγκαιότητα της Πολιτικής Ένωσης. Σήμερα, η απουσία της πολιτικής διάστασης της Ευρώπης, αποτυπώνει την στασιμότητα, την αδράνεια που επέδειξε το ευρωπαϊκό οικοδόμημα από το Maastricht και έπειτα.

Γιατί η σύλληψη του ενιαίου ευρωπαϊκού νομίσματος, άφησε ανοικτά κεφάλαια της ενοποιητικής διαδικασίας, με τις εθνικές κυβερνήσεις να μην κάνουν το αναγκαίο από την ιστορία βήμα εμβάθυνσης, αφήνοντας παράλληλα στην ευθύνη των κρατών-μελών ζητήματα δημοσιονομικών κανονισμών, της ευρωπαϊκής τραπεζικής εποπτείας.

Οι αδυναμίες που αναπτύχθηκαν στην  ΕΕ, είχαν σαν επακόλουθο συνέπειες που δεν μπόρεσαν να θεραπευθούν από τις επιπολαιότητες και τις ψευδαισθήσεις για την έννοια της εθνικής κυριαρχίας, δεν υπήρξε η προσπάθεια εκείνη και η δέσμευση στο πως μπορεί οι αδυναμίες αυτές να επιμερισθούν στο πλαίσιο μιας προσπάθειας υπερεθνικότητας. Και σήμερα, επανέρχεται ξανά το ζήτημα της πολιτικής ένωσης, ως το αναγκαίο εκείνο στάδιο που θα επιτρέψει να θεραπεύσουμε τις ασθένειες που ενέσκυψαν, ξεπερνώντας από την μια τις υπερβολές που ξεπερνάνε τα κράτη, αλλά και τις επιφυλάξεις των εθνικών κέντρων.  

Τα προβλήματα του ενωσιακού οικοδομήματος, η αναγκαιότητα των λύσεων που  αναζητούμε εντός της κοινοτικής διαδικασίας, τίθενται επι τάπητος στην βάση τόσο των εμπειριών που έχουν αποκτηθεί και ακολουθηθεί μέχρι σήμερα, αλλά και των νέων θεσμικών ενεργειών, με συμπεφωνημένο και συγκεκριμένο οδικό χάρτη. Εθνικισμοί αναδύονται,  διαιρέσεις και φυγόκεντρες αντιλήψεις παρουσιάζονται, αποσχιστικά ζητήματα εμφανίζονται με ένταση.

Γεγονός είναι ότι η ΕΕ διήνυσε μια μεγάλη χρονική περίοδο  όπου αντί της κατεύθυνσης της θεσμικής εμβάθυνσης και της υπερεθνικής δημοκρατίας, υιοθετήθηκε ο παγερός ρεαλισμός της διακυβερνητικής πρακτικής. Η πολυδιαφημιζόμενη Κοινή Εξωτερική Πολιτική και Πολιτική Ασφάλειας, άρχισε να σχηματοποιείται στις αρχές της 10ετίας του ’90, αλλά έμεινε μια ημιτελής προσπάθεια, συνέπεια της έλλειψης πολιτικής βούλησης.

Σήμερα όμως, με την εκδηλωθείσα Ρωσική επιθετικότητα και την Ουκρανική κρίση, τις τρομοκρατικές επιθέσεις, η ΕΕ δεν μπορεί να περιφέρει τον ίδιο ελλειμματικό χαρακτήρα στα ζητήματα της ΚΕΠΠΑ. Από την άλλη πλευρά, ο πυλώνας της ΟΝΕ, ακόμα και σήμερα, έχοντας περάσει από τον πυρήνα της κρίσης, εξακολουθεί να μην έχει εφοδιασθεί με εξουσίες που θα συγκροτούν μια πραγματική ομοσπονδιακού τύπου δημοσιονομική ένωση.

Και τώρα, πως συνεχίζουμε ; Η ιστορική συγκυρία που διανύουμε, επιβάλλει στην ΕΕ να δώσει ώθηση στην πολιτική ενοποίηση, να μην επιτρέψει να χαθεί το ιστορικό κεκτημένο της ελεύθερης μετακίνησης ανθρώπων και αγαθών μέσα στα ενιαία ευρωπαϊκά σύνορα της Συνθήκης Σένγκεν. Είναι η ιστορική ευθύνη των εθνικών κυβερνήσεων να κατανοήσουν ότι η λύση δεν είναι να λειτουργούν ως 28 διαφορετικοί εκφραστές εθνικών συμφερόντων, αλλά να οικοδομήσουν με διάρκεια την ενότητα, να  την εφοδιάσουν με ένα νέο όραμα, αντίστοιχο εκείνων των πρώτων ημερών της ενοποίησης.

Η δημοκρατία, η κοινωνική οικονομία της αγοράς, το κράτος δικαίου που προστατεύει τα ανθρώπινα δικαιώματα, η συνοχή που απορρέει από τις περιφερειακές διαρθρωτικές πολιτικές, στην κρίσιμη αυτή συγκυρία για την ευρωπαϊκή ιστορία, για τις ευρωπαϊκές κοινωνίες, οφείλουν να αναζητήσουν μια νέα πορεία για μια πολύπλευρη προσέγγιση των ευρωπαϊκών ιδανικών, μέσα από μια γενναία μεταρρύθμιση του θεσμικού ενοποιητικού πλέγματος.  

Ο κ. Γιώργος Ζερβάκης είναι εκπρόσωπος των Ευρωπαίων Φεντεραλιστών Κρήτης.

Το άρθρο έχει γραφεί αποκλειστικά για το flashnews.gr