Με τις εβδομάδες να κυλούν και την αγωνία να κορυφώνεται συνεχίζεται η παράσταση της αξιολόγησης του ελληνικού προγράμματος από τους αποκαλούμενους, εδώ και αρκετούς μήνες πλέον, θεσμούς. Η συμπεριφορά τους και οι τεχνικές που χρησιμοποιούν στην διαπραγμάτευση δεν άλλαξαν, η ονομασία όμως κατοχυρώθηκε. 

Και λέμε ότι οι θεσμοί δεν άλλαξαν τακτικές διότι εδώ και 6 χρόνια είμαστε θεατές στο ίδιο έργο. Σκληρές διαπραγματεύσεις, εξάντληση όλων των χρονικών περιθωρίων μέχρι πλήρους εξαντλήσεως των ταμειακών διαθεσίμων του ελληνικού κράτους και στο τέλος πλήρης συνθηκολόγηση της ελληνικής πλευράς στις απαιτήσεις των δανειστών. Απαιτήσεις που κατά την διάρκεια της διαπραγμάτευσης φτάνουν στο σημείο να γίνουν υπερβολικές, ώστε στο τέλος να εμφανισθούν και αυτοί ως υποχωρήσαντες σε κάποιο βαθμό. Πολύ φοβάμαι ότι το ίδιο έργο επαναλαμβάνεται και σήμερα.  Συνεπώς οι πιθανότητες να κλείσει η συμφωνία εντός του μηνός Απριλίου είναι μάλλον περιορισμένες.

Η θετική αξιολόγηση του ελληνικού προγράμματος είναι καθοριστικής σημασίας για την καθημαγμένη εθνική μας οικονομία καθώς :
•    Τους μήνες Ιούνιο-Ιούλιο πρέπει να αποπληρωθούν λήξεις ομολόγων που κατέχει η ΕΚΤ αλλά και δόσεις προς το ΔΝΤ, οι οποίες υπερβαίνουν τα 2.8 δις ευρώ.
•    Τα όποια επενδυτικά πλάνα είχαν αποφασισθεί είναι σε κατάσταση αναμονής, περιμένοντας την έκβαση της αξιολόγησης.
•    Η ΕΚΤ περιμένει επίσης το σήμα του Eurogroup  για να συμπεριλάβει τα ελληνικά ομόλογα στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης αλλά και να κάνει αποδεκτά τα ελληνικά αξιόγραφα ως ενέχυρα με αυξημένη στάθμιση, βελτιώνοντας έτσι την ρευστότητα των ελληνικών τραπεζών.

Η διεθνής συγκυρία δείχνει μάλλον ευνοϊκή για τα ελληνικά συμφέροντα, καθώς με δεδομένα τα σοβαρά θέματα για την Ευρώπη όπως το προσφυγικό, την τρομοκρατία και την απειλή του Brexit, το τελευταίο που θα ήθελαν οι ευρωπαίοι εταίροι μας στην παρούσα συγκυρία θα ήταν η αναβίωση του Grexit. Ολοένα και πωκώνουν οι φωνές στην Ευρώπη που υποστηρίζουν ότι η έξοδος της Μεγ. Βρετανίας από την Ε.Ε. θα ανοίξει τον δρόμο για την έξοδο και της Ελλάδας και θα αποτελέσει την αρχή τους τέλους για την διάλυση της Ευρωζώνης.

Παρ’ όλα αυτά οι απαιτήσεις των θεσμών δεν φαίνεται να κάμπτονται προς το παρών, με το ΔΝΤ να υποδύεται ξανά τον ρόλο του κακού και να απαιτεί την λήψη ακραίων δημοσιονομικών μέτρων.

Όπως μας έχει διδάξει η ιστορία από τις προηγούμενες διαπραγματεύσεις, η ολιγωρία δεν βοήθησε ποτέ την ελληνική πλευρά. Τουναντίον μάλιστα οδηγούσε στην λήψη περισσότερων και σκληρότερων μέτρων. Εύλογα γεννάται το ερώτημα κωλυσιεργούν οι ελληνικές κυβερνήσεις στις διαπραγματεύσεις με τους δανειστές, αφού είναι γνωστό σε όλους ποιός έχει την διαπραγματευτική ισχύ με το μέρος του. Δυστυχώς, εφόσον δεχτούμε ότι οι πολιτικοί μας δεν είναι ανίκανοι ή ηλίθιοι, οδηγούμαστε στο συμπέρασμα ότι οι πολιτικές σκοπιμότητες τους οδηγούν στην καθυστέρηση. Στην παρούσα φάση δε, είναι οφθαλμοφανές ότι για να ψηφισθούν τα μέτρα από την εύθραυστη κυβερνητική πλειοψηφία θα πρέπει να βιώσουμε ξανά ένα μίνι θρίλερ με την απειλή της εξόδου μας από την Ευρωζώνη, ώστε να θυσιασθούν και πάλι οι κυβερνητικοί βουλευτές και να ψηφίσουν παρά την θέληση τους τα νέα μνημονιακά μέτρα.  Τον παραπάνω λογαριασμό καλούνται να τον πληρώσουν κάθε φορά οι συνήθεις ύποπτοι.

Κρίμα, γιατί αν έκαναν με συνέπεια την δουλειά τους οι ιθύνοντες, πέρα από πολιτικές και κομματικές σκοπιμότητες, η Ελλάδα θα ήταν σήμερα εκτός μνημονίων, όπως είναι σήμερα η Κύπρος, η Πορτογαλία και η Ιρλανδία.