Σύμφωνα με πρόσφατες μελέτες του ΟΟΣΑ, ο επιθετικός φορολογικός σχεδιασμός και οι πρακτικές φοροαποφυγής και φοροδιαφυγής που ακολουθούν πολλές επιχειρήσεις, συνεπάγονται για τους προϋπολογισμούς των κρατών, σε παγκόσμιο επίπεδο, απώλειες ύψους 100 έως 240 δισεκατομμυρίων δολαρίων ετησίως. Στην Ε.Ε. οι απώλειες λόγω εταιρικής αποφυγής μέσω μεταφοράς κερδών υπολογίζονται στα 50 με 70 δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως.

Πρωταθλητές, βέβαια, στο «αντικοινωνικό αυτό σπορ» έχουν αναδειχθεί οι πολυεθνικές επιχειρήσεις, οι οποίες φοροδιαφεύγουν συστηματικά με αποτέλεσμα να διαβρώνουν την εθνική φορολογική βάση. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το σκάνδαλο Luxleaks, το οποίο απέδειξε ότι πολλές πολυεθνικές που δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα - και όχι μόνο - και βγάζουν υπερκέρδη, τελικά κατάφεραν να αποφύγουν την καταβολή φόρων στην πατρίδα μας και να καταφύγουν σε φορολογικούς παραδείσους όπως το Λουξεμβούργο. Οι αποκαλύψεις από το σκάνδαλο κατέδειξαν πως φορολογικοί σύμβουλοι βοήθησαν πολυεθνικές εταιρίες να επιτύχουν τουλάχιστον 548 αποφάσεις τύπου "tax ruling" στο Λουξεμβούργο μεταξύ του 2002 και του 2010.

Ανάλογες πρακτικές συναντάμε και στην Ολλανδία, όπου πολλές εταιρίες αξιοποίησαν τη νομοθεσία της χώρας ως μηχανισμό φοροαποφυγής, τη στιγμή, μάλιστα που ο Υπουργός Οικονομικών της Ολλανδίας και Πρόεδρος του Eurogroup Γερούν Ντάισελμπλουμ, απαιτεί από την Ελλάδα τη λήψη και νέων φορομπηχτικών μέτρων ενόψει της ολοκλήρωσης της 1ης αξιολόγησης. Η Ολλανδία, δηλαδή διευκολύνει μεγάλης κλίμακας φοροαπαλλαγές, παρέχοντας ευνοϊκό φορολογικό κλίμα και για τις ελληνικές επιχειρήσεις.

Βέβαια, οι εν λόγω πρακτικές επιθετικού φορολογικού σχεδιασμού δεν περιορίζονται επ' ουδενί στο Λουξεμβούργο και την Ολλανδία, όπως επιβεβαιώνεται και από το πρόσφατο σκάνδαλο "Panama Papers". Συγκεκριμένα, στα 11,5 εκατομμύρια έγγραφα τα οποία αφορούν την περίοδο 1977 - 2015 εμπεριέχονται πληροφορίες για την ίδρυση 214.000 υπεράκτιων εταιρειών, ενώ όσον αφορά την Ελλάδα εμπλέκονται  πέραν του γνωστού και μη εξαιρετέου Σταύρου Παπασταύρου, 223 εταιρείες, 64 πελάτες, 57 δικαιούχοι και 285 μέτοχοι. Από τα εκατομμύρια αρχεία που διέρρευσαν στον Τύπο, φαίνεται ότι στις πρακτικές φοροαποφυγής συμμετείχαν κυρίως εταιρίες του τραπεζικού τομέα όπως η Société Générale και η Deutsche Bank καθώς και άλλες εταιρίες που έχουν απασχολήσει τη δικαιοσύνη κατά το παρελθόν, όπως η Siemens.

Επιπλέον, οι περισσότερες πολυεθνικές επιχειρήσεις καταφεύγοντας στη γνωστή πολιτική των ενδοομιλικών συναλλαγών, επηρεάζοντας έτσι αρνητικά τους προϋπολογισμούς των διαφόρων χωρών πλήττοντας την οικονομία τους καθώς γλυτώνουν δισεκατομμύρια ευρώ φόρων και τα κράτη χάνουν φορολογικά έσοδα, με αποτέλεσμα να μειώνεται η ικανότητά των χωρών να στηρίζουν την απασχόληση, να καταπολεμούν τη φτώχεια και να χρηματοδοτούν συστήματα υγείας για όλους.

Βάσει, των άρθρων 206 και 207 της Συνθήκης Λειτουργίας της Ε.Ε. (ΣΛΕΕ), η Ε.Ε. είναι αρμόδια για θέματα εξωτερικών επενδύσεων και οφείλει ως εκ τούτου να λαμβάνει μέτρα σε περιπτώσεις ντάμπινγκ. Ωστόσο, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει δείξει πολύ ασθενή δράση όσον αφορά την αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής, ενώ σε περιπτώσεις όπως το σκάνδαλο Luxleaks και της "λίστας Λαγκάρντ" δεν συμβάλει στην προστασία των δημοσιογράφων που καταγγέλλουν σθεναρά τα σκάνδαλα υπονομεύοντας έτσι την ελευθερία έκφρασης προς όφελος ζημιογόνων αντικοινωνικών συμπεριφορών.

Για την πλήρη αντιμετώπιση των πρακτικών τύπου "tax ruling", δηλαδή των πρακτικών χορήγησης φοροαπαλλαγών θα πρέπει τα κέρδη κάθε εταιρίας, υποχρεωτικά, να φορολογούνται εκεί όπου πραγματοποιούνται, ώστε να πάψουν οι εταιρίες να καταφεύγουν σε φορολογικούς παραδείσους. Επιπλέον, θα πρέπει η Ε.Ε. να ορίσει με ακριβή και υποχρεωτικό τρόπο τις προϋποθέσεις τις οποίες πρέπει να πληροί μία πολυεθνική προκειμένου να θεωρείται εγκατεστημένη σε μία χώρα. Με αυτόν τον τρόπο, δηλαδή, θα υποχρεωθούν οι εταιρίες να καταβάλλουν τους φόρους που τους αναλογούν.

Επιπλέον, είναι αναγκαίο η OLAF - η ειδική Ευρωπαϊκή Υπηρεσία καταπολέμησης της απάτης - να αναθεωρήσει τη δράση της και το ρόλο της όσον αφορά την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής. Συγκεκριμένα, ο ρόλος της OLAF είναι να εντοπίζει και να διερευνά περιπτώσεις απάτης και διαφθοράς καθώς και άλλες παράνομες δραστηριότητες. Ωστόσο, το σύνολο των παρατυπιών που αναφέρθηκαν για το 2014 ανέρχεται περίπου σε 3,24 δισεκατομμύρια ευρώ, ενώ ο δημοσιονομικός αντίκτυπος  των παρατυπιών που δηλώθηκαν είναι κατά 36% μεγαλύτερος σε σχέση με το 2013, γεγονός που δείχνει ότι ο OLAF δεν κάνει τίποτα για να συμβάλλει επιβοηθητικά στην πάταξη της φοροδιαφυγής των πολυεθνικών εταιριών.

Είναι επομένως αναγκαίο η OLAF να δράσει πιο ενεργά κατά της φοροδιαφυγής των πολυεθνικών και να συμβάλλει έμπρακτα στην καταπολέμηση κάθε παράνομης δραστηριότητας που πλήττει την Ένωση και τα κράτη μέλη της.

Επιπλέον, η Ε.Ε. προκειμένου να συμβάλλει στην καταπολέμηση της φοροδιαφυγής θα πρέπει να πάψει να στηρίζεται στα πρότυπα του ΟΟΣΑ, τα οποία ως γνωστόν επιτρέπουν την ύπαρξη "γκρίζων ζωνών" με αποτέλεσμα να διευκολύνεται η φοροδιαφυγή και φοροαποφυγή των διαφόρων φυσικών προσώπων αλλά και των πολυεθνικών επιχειρήσεων. 

Τέλος, είναι φανερό ότι οι χώρες της Ε.Ε. που πλήττονται από τις μνημονιακές πολιτικές δεν πρόκειται να μπουν στο δρόμο της ανάπτυξης όσο υπάρχουν εταιρίες που φοροδιαφεύγουν, αλλά αντίθετα θα βλέπουν το τεράστιο δημόσιο χρέος τους να διευρύνεται συνεχώς.