Πρόσφατα ,δημοσιοποιήθηκε ,από την WIKILEAKS,τηλεφωνική συνομιλία  των στελεχών του Δ.Ν.Τ.  ΤΟΜΣΕΝ και ΒΕΛΚΟΥΛΕΣΚΟΥ ,και προκλήθηκε παγκόσμιος σάλος ,όχι τόσο για την σοβαρότητα η μη του περιεχομένου της συζήτησης (που αφορούσε την πιθανή  χρήση ενός πιστωτικού γεγονότος- χρεωκοπίας της χώρας μας ως  εκβιαστικό όπλο πίεσης),αλλά  για το ποια υπηρεσία προέβη στην  συγκεκριμένη τηλεφωνική  υποκλοπή, ελληνική ή ξένη.

Το γεγονός αυτό, μάλιστα, συνέπεσε με την συμπλήρωση  68 χρόνων, από την ημέρα υπογραφής   της Οικουμενικής Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, της οποίας η φιλοσοφική θεμελίωση ανήκει στον Έλληνα Φιλόσοφο ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ και η φιλοσοφική οικοδόμησή της στη σύγχρονη εποχή από το Γάλλο ΜΟΝΤΕΣΚΙΕ.

Με την ευκαιρία αυτής της επετείου είναι σημαντικό να ξαναθυμηθούμε  μια από τις βασικές αρχές του ονομαστού αυτού κειμένου: "κανείς δεν επιτρέπεται να υποστεί αυθαίρετες επεμβάσεις στην ιδιωτική του ζωή, την οικογένεια, την κατοικία, την αλληλογραφία του".

Η ιδιωτική ζωή σήμερα ,όμως, βρίσκεται στο μάτι του κυκλώνα ενός κόσμου αλληλεξάρτησης και ταχύτατης τεχνολογικής ανάπτυξης, γεγονός που σημαίνει ότι η ιδιωτική μας ζωή είναι ανοχύρωτη και ευάλωτη σε αδιάκριτα βλέμματα και τις  αρπακτικές διαθέσεις κάποιων επίβουλων εισβολέων σ' αυτήν.

Ο καθένας πρέπει να έχει τη δυνατότητα να προστατεύει τους πιο προσωπικούς τομείς της ζωής του, τις δραστηριότητές του, τις προσωπικές του σχέσεις και τις πεποιθήσεις του, κοινωνικές και πολιτικές.

Όμως αυτό  καθίσταται δύσκολο.

Όλοι διαθέτουμε τηλέφωνα (κινητά και σταθερά), τραπεζικούς λογαριασμούς, χειριζόμαστε Η/Υ, διαθέτουμε αριθμούς κοινωνικής ασφάλισης, πιστωτικές κάρτες κλπ.   Υποβαλλόμαστε σε ερωτήσεις, αξιολογήσεις, συμμετέχουμε σε έρευνες. 

Εγγραφόμαστε, καταχωρούμαστε, συνδεόμαστε με το Διαδίκτυο.

Σίγουρα  πρέπει να επαναπροσδιοριστεί η  έννοια της ιδιωτικής ζωής, μέσα στο νέο αυτό κόσμο της τεχνολογίας.

Η σύγχρονη έννοια της ιδιωτικής ζωής θα πρέπει  να περιλαμβάνει τρία  βασικά  δικαιώματα  του ανθρώπου :

α)    Το δικαίωμα να μη μας ενοχλούν.

β) Το δικαίωμα ελέγχου του τρόπου με τον οποίο συλλέγονται, χρησιμοποιούνται πληροφορίες που μας αφορούν και  

γ)    Το δικαίωμα αξιοποίησης της προόδου της τεχνολογίας, για τη διατήρηση των συμφερόντων και επιλογών της ιδιωτικής μας ζωής.

Αυτές οι βασικές αρχές που συνθέτουν τη σύγχρονη έννοια της ιδιωτικής ζωής, διέπουν το Νόμο 2225/ 20-7-94 , με τον τίτλο "Για την προστασία της Ελευθερίας της ανταπόκρισης και επικοινωνίας ".

Ο Νόμος αυτός  έχει τη φιλοδοξία να προστατεύσει την ανθρώπινη προσωπικότητα στην άσκηση ενός ιερού δικαιώματός της, του δικαιώματος  του επικοινωνείν, με εγγυημένη όμως την ελεύθερη επιλογή του ανταποκριτή και την προς αυτόν εμπιστευτική - και μόνο προς αυτόν - ανακοίνωση στοχασμών, συναισθημάτων και πληροφοριών.

Το σύνθετο  δικαίωμα αυτό - το οποίο ο  Γάλλος συγγραφέας Αντρέ  Μαρλό θεωρεί ως  την ειδοποιό διαφορά του ανθρώπου και προϋπόθεση διάκρισης και που είναι  η προϋπόθεση για την ανάπτυξη του επικοινωνιακού λόγου.

Έχει στοιχεία ατομικών ελευθεριών, όπως της προσωπικής ελευθερίας, της πνευματικής ιδιοκτησίας, διότι σκέψεις, ιδέες και γνώσεις μπορεί κατά περίπτωση να αποτελούν πνευματικά αγαθά και η παραβίαση  του απορρήτου κατά τη μετάδοσή τους να συνιστά πνευματική κλοπή.

Η άσκηση του δικαιώματος αυτού - όπως η εξέλιξη δείχνει- εξαρτάται από τα τεχνικά μέσα που έχει στη διάθεσή του ο δικαιούχος.

Δικαιούχος δεν είναι μόνο ο πολίτης, δεν είναι μόνο ο Έλληνας, αλλά είναι ο καθένας που βρίσκεται στη Χώρα μας.
Δηλαδή, η άσκησή του αποτελεί  συνάρτηση της τεχνολογίας, η οποία και έχει εισβάλει επαναστατικά στο χώρο των επικοινωνιών. Ο παλιός τρόπος της επιστολογραφίας αποτελεί κλασσική μορφή. Μπορεί να έχει μία ρομαντική διάθεση, αλλά είναι μία μορφή παρωχημένη.

Η τεχνολογική εξέλιξη όμως των τηλεπικοινωνιών αυξάνει και τους κινδύνους για το απόρρητο.

Η εξέλιξη αυτή υπογραμμίζει έντονα την ανάγκη για θέσπιση συγχρόνου νομικού πλαισίου, εξοπλισμένου με κατάλληλα μέσα.

Δεν αρκούν πια οι παλιές, οι κλασσικές διακηρύξεις της Magna Carta και οι διακηρύξεις των δικαιωμάτων του ανθρώπου.

Σήμερα η τεχνολογική εξέλιξη επιβάλλει ένα σύγχρονο νομικό σύστημα. Ο σύγχρονος νομοθέτης δεν μπορεί να αρκείται στην έκφραση της πολιτικής βούλησης γα την προστασία.  Πρέπει να χρησιμοποιεί τις τεχνολογικές εξελίξεις και να τις κάνει προστατευτικά μέτρα.

Γι' αυτά ο Νόμος  με γνώση αυτής της αδυναμίας - επιδιώκει ειδικότερα να προστατεύσει το απόρρητο από τις ενδεχόμενες προσβολές σε βάρος του.

Οι προσβολές αυτές είναι δυνατόν να προέρχονται από κρατικές υπηρεσίες, με στενή έννοια π.χ. ΕΥΠ, Αστυνομία από Οργανισμούς Δημοσίου Τομέα, π.χ., ΟΤΕ ή από άλλες ιδιωτικές επιχειρήσεις που έχουν τη δυνατότητα να προσφέρουν τέτοιες υπηρεσίες, όπως είναι οι επιχειρήσεις της κινητής τηλεφωνίας, οι τράπεζες δεδομένων καθώς και τα ιδιωτικά γραφεία ερευνών (ντεντέκτιβς).

Προς επίτευξη αυτού του σκοπού συστάθηκε η επιτροπή προστασίας του απορρήτου και των επικοινωνιών.

Ο Νόμος καθορίζει τις περιπτώσεις εκείνες όπου αίρεται το απόρρητο.  Είναι οι περιπτώσεις των άρθρων 3 και  4 για λόγους εθνικής ασφάλειας και για λόγους διακρίβωσης ορισμένων εγκληματικών πράξεων, οι οποίες και περιοριστικά αναφέρονται στο Νόμο.  Βεβαίως οι παραβάσεις μπορεί να προέλθουν από οιονδήποτε.

Όμως οι παραβιάσεις του απορρήτου, οι προερχόμενες από πρόσωπα, αποτελούν εγκληματικές πράξεις, των οποίων προβλέπεται η πάταξη από τον ποινικό νόμο.

Όσο λοιπόν καλύτερα επιτυγχάνονται οι σκοποί του ποινικού νόμου, δηλαδή η γενική και ειδική πρόληψη και αυτό αποτελεί συνάρτηση της λειτουργίας της Δικαιοσύνης και της αποτελεσματικότητας των διωκτικών αρχών τόσο αποτελεσματική είναι και η προστασία του εννόμου αγαθού του απορρήτου

Επιβάλλεται να εκσυγχρονιστεί το νομικό σύστημα προστασίας, διότι κακές εμπειρίες του παρελθόντος, παρακολουθήσεις δηλαδή τηλεφώνων από κρατικές και γενικότερα δημόσιες υπηρεσίες, έχουν δημιουργήσει κλίμα καχυποψίας και αγανάκτησης.  Αυτές ακριβώς οι εμπειρίες εκθέτουν και όχι άδικα το Κράτος.

Διότι οι παρακολουθήσεις αρμόζουν σε παρακράτος και όχι σε δημοκρατική πολιτεία, σεβόμενη τα πολιτικά και ατομικά δικαιώματα. Και δεν αρμόζουν σε μια κοινωνία που θέλει τα μέλη της να έχουν αυτοπεποίθηση προσωπικής ελευθερίας και ασφάλειας για να αναπτύσσουν έτσι τον επικοινωνιακό τους λόγο, προς διαμόρφωση κοινωνικής συνείδησης, κοινωνικής αντίληψης στην αντιμετώπιση των κρίσιμων θεμάτων.

Οι νόμοι δεν κρίνονται αφοριστικά a priori.

Κρίνεται  στην πράξη η αποτελεσματικότητα της επιτροπής και η αναγνώριση  του έργου της.

Διότι ο Νόμος εξασφαλίζει τις καλύτερες αντικειμενικές προϋποθέσεις. Η σύνθεση της επιτροπής έχει επικριθεί ότι ποδηγετείται…

Η επίκριση είναι ,ίσως, αβάσιμη και άδικη.  Στην επιτροπή συμμετέχουν όλα τα κόμματα της βουλής ,Ο Πρόεδρος δεν είναι πάντοτε ο ίδιος, και για την ενεργοποίηση των διατάξεων του Νόμου - και αναφέρομαι συγκεκριμένα στα άρθρα 3 και 4 - συμμετέχουν εκπρόσωποι της εισαγγελικής αρχής και της τακτικής Δικαιοσύνης.

Η άποψη δε που έχει  υποστηριχτεί ότι θα έπρεπε η επιτροπή να είναι αμιγώς κοινοβουλευτική με ελεγκτικές και αποφασιστικές διοικητικές αρμοδιότητες, δεν είναι συνταγματική, γιατί η Βουλή δεν είναι κυβερνώσα Βουλή, είναι ελέγχουσα και νομοθετούσα. Έτσι ορίζει το Σύνταγμα.

Η προτεινόμενη επιτροπή είναι μια ανεξάρτητη διοικητική αρχή. Και οι ανεξάρτητες διοικητικές αρχές αποτελούν μια ιδιότυπη νομική κατασκευή όχι μόνο του Ελληνικού δικαίου αλλά και του Ευρωπαϊκού και του Αμερικάνικου δικαίου.

Τη θέσπισή της επέβαλε η ανάγκη να υπάρχουν αρχές με αυτοτέλεια έναντι της Κυβέρνησης, γιατί είναι δεδομένη η δυσπιστία της κοινής γνώμης ως προς την αντικειμενικότητα των κυβερνητικών αποφάσεων.

Την επιτροπή αυτή ο Νόμος 2225 την εξοπλίζει με συγκεκριμένες αρμοδιότητες και μέσα ελέγχου.

Έχει κατά συνέπεια η επιτροπή εξουσία ουσιαστικού ελέγχου και μάλιστα και προληπτικού. Ο έλεγχος αυτός ασκείται με επιθεώρηση χωρίς προειδοποίηση.  Γνωμοδοτεί, διατυπώνει συστάσεις, λέει το άρθρο 2 για την αποτελεσματικότερη προστασία του απορρήτου. Δεν ασκεί λοιπόν διοικητικές αρμοδιότητες γιατί  οι ελεγχόμενες υπηρεσίες δεν βρίσκονται υπό την ιεραρχική της εξάρτηση.

Η αρχή δε της λειτουργίας της είναι συλλογική και κατ' εξαίρεση  μπορεί να  ανατεθεί  η εκτέλεση μιας συλλογικής απόφασης σ' ένα κλιμάκιο τριών προσώπων.

Βεβαίως, ο Νόμος προβλέπει και περιπτώσεις άρσης του απορρήτου.

Εδώ μπορεί να προκύψει μία παρατήρηση :   Μπορεί κάποιος να μας ρωτήσει: "Μα, ομιλείτε για προστασία των δημοκρατικών  ελευθεριών και προβλέπει  άρση του απορρήτου;"   Τώρα το θέμα της  άρσης και γενικότερα των περιορισμών στην  άσκηση των ατομικών δικαιωμάτων τροφοδοτεί ένα σκεπτικισμό.

Οι αρνούμενοι την άρση και κάθε περιορισμό διατυπώνουν την άποψη ότι οι περιορισμοί είναι αντίθετοι προς την αποστολή της φιλελεύθερης πολιτείας, γιατί αρχή του  φιλελεύθερου πολιτεύματος είναι η προστασία της ελευθερίας.

Η αντίρρηση αυτή, δεν έχει ούτε θεωρητικά πειστική αξία.

Διατυπώνεται για να δικαιολογήσει ένα άκρατο και κατά περίπτωση επικίνδυνο ατομισμό.

Γιατί, δικαίωμα σύμφωνα  με τις διδασκαλίες των αρχών του δικαίου, αλλά και με τις αρχές που υιοθετούνται  από όλες τις νομοθεσίες, είναι το ποσοστό εξουσίας που η οργανωμένη κοινωνία μεταβιβάζει στον πολίτη.

Γιατί λοιπόν, να είναι απόλυτη αυτή η μεταβίβαση; Είναι δε οι περιορισμοί προσδιοριστικά εννοιολογικά στοιχεία του περιεχομένου του δικαιώματος και ιεραρχούν την κλίμακα των αξιών της κοινωνίας.

Άλλωστε είναι λογικά αδιανόητη και νομικά και ηθικά η νομιμοποίηση της απόλυτης  άσκησης των δικαιωμάτων. Η απόλυτη άσκηση είναι προνόμιο των δικτατόρων.

Γιατί λοιπόν απόλυτη άσκηση εκ μέρους των ατόμων;

Πάντως ο Νόμος 2225 προβλέπει σε δύο περιπτώσεις την άρση του απορρήτου.

Η περίπτωση που επιβάλλεται για προστασία της εθνικής ασφάλειας και η περίπτωση όταν  προκύπτει ανάγκη για τη διακρίβωση ορισμένων εγκλημάτων. Τις περιπτώσεις αυτές δεν τις αποφασίζει η διοίκηση με δική της κρίση. 

Διασφαλίζονται με εγγυήσεις της εισαγγελικής αρχής, του Εισαγγελέα Εφετών και της δικαστικής αρχής, του δικαστικού συμβουλίου.

Οι προτεινόμενες άρσεις είναι αναγκαίες και ανάλογες προς τους πιθανούς κινδύνους, που μπορεί να αποβούν σε βάρος της εθνικής ασφάλειας ή σε βάρος της επιτυχούς δίωξης του εγκλήματος.

Με τη ρύθμιση αυτή ο Νομός 2225 , και τα ατομικά δικαιώματα εγγυάται και την εθνική ασφάλεια διασφαλίζει και τη δίωξη του εγκλήματος υπηρετεί. Εναρμονίζει δύο αντιθέσεις με τη σύνθεση δημοκρατίας και αποτελεσματικότητας.

Διότι, εάν, προστατευτέο αγαθό ήταν μόνο η εθνική ασφάλεια, η δικτατορία θα ήταν αποτελεσματικότερη.

Αυτή λοιπόν, είναι η αρετή της Δημοκρατίας, η σύνθεση. Και η σύνθεση αυτή εξασφαλίζεται με συγκεκριμένη διαδικασία.

Ποιος ζητά την άρση; Ποιος την αποφασίζει;  Πόσο διαρκεί, πως ανακαλείται, πως αξιοποιούνται τα  προκύπτοντα από την  άρση του απορρήτου στοιχεία και υπό ποίες προϋποθέσεις γνωστοποιούνται στον ενδιαφερόμενο;  Για όλα αυτά προνοεί συγκεκριμένα ο Νόμος Γιατί πιστεύει ότι οι δικονομικοί κανόνες αποτελούν εγγύηση των προσωπικών ελευθεριών.

Την τήρηση των διατάξεων ο Νόμος  δεν την εναποθέτει στην αγαθή προαίρεση των μελών. Προβλέπει με την παρ. 7 του άρθρου 2 συγκεκριμένες κυρώσεις για τα μέλη της επιτροπής, τους τεχνικούς συμβούλους και κάθε πρόσωπο που στελεχώνει την επιτροπή.

Προκειμένου  δε για εμπλοκή Βουλευτών ή Υπουργών, πρέπει να υπενθυμίσουμε, το αυτονόητο, ότι θα εφαρμοστούν οι σχετικές διατάξεις του Συντάγματος. Εμείς θέλουμε να λειτουργεί και να εφαρμόζεται ο Νόμος  με τη τήρηση του Συντάγματος.

Πέραν όμως της κινητής και σταθερής τηλεφωνίας έχει εισβάλλει  στη ζωή μας το INTERNET.

Το INTERNET, η ανεξάντλητη αυτή "δεξαμενή" πληροφοριών, παρουσιάζει ραγδαία εξάπλωση σε ολόκληρο τον κόσμο τα  τελευταία χρόνια.

Οι κύριες αιτίες που συνέβαλλαν καθοριστικά στην εξάπλωσή του αυτή είναι δύο :

α.    Η δυνατότητα διασύνδεσης όλων των προσωπικών Η/Υ, αλλά και εκείνων των διαφόρων εταιρειών με το διαδίκτυο, ανεξαρτήτως του μεγέθους τους  

β.    Η δυνατότητα εύκολης προσπέλασης του καθενός χρήστη ενός Η/Υ  στο διαδίκτυο, μέσω μιας απλής τηλεφωνικής γραμμής και

γ.    Το φθηνό σχετικά κόστος χρήσης του.

 Η υποστήριξη λοιπόν των διαφόρων ανθρωπίνων δραστηριοτήτων από ανοικτά συστήματα Η/Υ, η μεγάλη συγκέντρωση πληροφοριών και η αποθήκευσή τους σε μαγνητικά μέσα  καθώς και η χρήση δικτύων Υπολογιστών και διαδικτύων (ΙΝΤΕRΝΕΤ), όπου τα δεδομένα διατίθενται δια μέσου των κατανεμημένων βάσεων των δεδομένων  αυτών,  θέτουν ένα ερώτημα υψίστης προτεραιότητας :

Υπάρχει ασφάλεια των πληροφοριών;

Η ασφάλεια των πληροφοριών είναι αναγκαία, παρά ποτέ άλλοτε, όχι μόνο στα πλαίσια ενός συστήματος Η/Υ, αλλά και σε όλο το δίκτυο επικοινωνίας ενός μεγάλου οργανισμού, όπως είναι π.χ. οι τράπεζες, νοσοκομεία, εταιρείες, πανεπιστήμια, δημόσιες υπηρεσίες κλπ.

Υπάρχει δυνατότητα άραγε να υπεισέλθει στο σύστημα ένας τρίτος και να υποκλέψει απόρρητες πληροφορίες;

Δυστυχώς αρκετοί υπεύθυνοι συστημάτων Η/Υ,  αλλά και ειδικοί σε θέματα ασφαλείας υπολογιστών και δικτύων υπολογιστών, δεν έχουν συνειδητοποιήσει επαρκώς τους κινδύνους παραβίασης των αρχών ασφαλείας των πληροφοριών, με αποτέλεσμα να ανακύπτουν τέτοια προβλήματα  ασφαλείας συχνά στις μέρες μας.

Μέχρι πρότινος, εκ του γεγονότος ότι σε μία εταιρεία ή ένα οργανισμό ή σε μια δημόσια υπηρεσία κλπ. πρόσβαση  στα συστήματα πληροφορικής είχαν μόνο ελάχιστοι ειδικοί, αναλυτές - προγραμματιστές - χειριστές κλπ., δεν υπήρχαν σοβαρά προβλήματα ασφαλείας, διότι η μεγάλη μάζα των υπαλλήλων είχαν άγνοια του όλου θέματος και αντιμετώπιζαν τους Η/Υ σαν "μαγικά κουτιά".

Σήμερα όμως με τη γενικευμένη επιμόρφωση των υπαλλήλων, ιδιωτικών και δημοσίων, υπάρχει ένα ευρύ φάσμα  χρηστών Η/Υ που τείνει να καλύψει το σύνολο περίπου των εργαζομένων. Δεν είναι λοιπόν δυνατόν πια, τα σύγχρονα προβλήματα ασφαλείας των πληροφοριών να αντιμετωπιστούν με τους ίδιους απηρχαιωμένους τρόπους και διαδικασίες,  που αντιμετωπίζονταν ανάλογα προβλήματα μέχρι σήμερα.

Η ασφάλεια των πληροφοριών καλύπτει σήμερα ένα ευρύτατο φάσμα τεχνολογιών και δραστηριοτήτων, στις οποίες εμπλέκονται  θέματα διοικητικά, νομικά, τεχνολογικά και δεοντολογικά.

Εξάλλου, τον Ιούνιο  του 1997 επικυρώθηκε από τη Βουλή η συνθήκη  SCHENGEN, η οποία καλύπτει νομοθετικά, σε Ευρωπαϊκό επίπεδο, τους όρους ασφαλείας των πληροφοριών και προβλέπει αυστηρές κυρώσεις για τους παραβάτες. Η Ε.Ε. για να προωθήσει τη μεγαλύτερη κατανόηση του όλου ζητήματος, χρηματοδότησε τη σύνταξη της "Πράσινης Βίβλου", για την ασφάλεια των πληροφοριακών συστημάτων, που ολοκληρώθηκε το τέλος του 1993.

Η "Πράσινη Βίβλος" δεν αποτελεί βέβαια Κοινοτική Νομοθεσία αλλά την καταγραφή απόψεων πολλών ειδικών επιστημόνων και διευκολύνει τα κράτη μέλη να προβούν σε μελλοντικές ενέργειες, σχετικά με την αντιμετώπιση του σοβαρού αυτού προβλήματος.

Στη σημερινή εποχή των διαδικτύων και των μικροϋπολογιστών μέσω των οποίων διακινούνται απόρρητες πληροφορίες η επίλυση του προβλήματος ασφαλείας των πληροφοριών καθίσταται επιτακτική.           ΑΠΑΙΤΕΙΤΑΙ:

Εφαρμογή του υπάρχοντος θεσμικού πλαισίου (με πιθανή συμπλήρωσή του σύμφωνα με τις νέες ανάγκες) για τη διασφάλιση του προσωπικού απορρήτου του πολίτη, παράλληλα με την κινητοποίηση των επιστημόνων της πληροφορικής, προς την κατεύθυνση αυτή και την ενημέρωση των πολιτών, με βάση την ιδιαιτερότητα της Ελληνικής κοινωνίας.

Η διαρκής λειτουργία επιστημονικών επιτροπών που θα προστατεύουν την ιδιωτική ζωή των πολιτών αλλά και την ελεύθερη διακίνηση των πληροφοριών.

Ο επανασχεδιασμός των προγραμμάτων (λογισμικό) των διαφόρων εταιρειών πληροφορικής για να παρέχουν ουσιαστική ασφάλεια, ώστε να εμποδίζουν, οποιοδήποτε χρήστη πληροφοριακών συστημάτων, να υπεισέρχεται "πειρατικά" στο σύστημα.  

Η επιτυχία της εφαρμογής του Νόμου  θα καλλιεργήσει στους πολίτες πεποίθηση προσωπικής αυτοπεποίθησης και ασφάλειας.
    
Η Ελλάδα είναι πολύ μικρή Χώρα και η Δημοκρατία μας  είναι πολύ ευαίσθητη για να δέχεται φαινόμενα ευτελισμού ανθρώπων και θεσμών από εκείνους που κακουργούν με τα τηλεπικοινωνιακά μέσα σε βάρος και ανθρώπων και της Πολιτείας με κατάχρηση εξουσίας.

Ο Νόμος 2225 είναι μία απάντηση στην καχυποψία και τη διάβρωση που καλλιεργούν όσοι αρνούνται το ίδιο το πολιτικό σύστημα, προωθώντας κλίμα χάους και γενικεύοντας ευθύνες κατά τρόπο μηδενιστικό.

Όλοι επιθυμούμε να ζούμε σε μια σύγχρονη κοινωνία, όπου η επικοινωνία  να τελεί υπό την προστασία της Δημοκρατικής πολιτείας.