Πώς μπορεί να αντιληφθεί την έννοια του χρόνου ο άνθρωπος και πολύ περισσότερο το παιδί; Η καθημερινότητα μάς δίνει την αίσθηση του παρόντος. Τα βιώματά μας μάς προσδιορίζουν τη γνωριμία με το χθες. Τα ίχνη του παρελθόντος αισθητοποιούν την «ιστορία» •πρόκειται για τις  ιστορικές πηγές, τις οποίες συγκεντρώνουν, αναδεικνύουν και αξιοποιούν  άνθρωποι με μεράκι αλλά και με κατάρτιση, με αγάπη αλλά και με τεχνογνωσία, με έμπνευση αλλά και με υλικά μέσα, με επιμονή αλλά και με έντεχνη αποτελεσματική  αναζήτηση στηριγμάτων της κοινωνίας και της πολιτείας , ακόμη και σε καιρούς δύσκολους. Γιατί αυτή τη στροφή στο παρελθόν την έχουμε ανάγκη, για να δούμε αλλιώς τον εαυτό μας, τη δική μας ζωή, αλλά και για να σχεδιάσουμε ένα καλύτερο μέλλον. 

Όταν ρωτώ τους μαθητές μου ποιες είναι οι διαφορές του σχολείου του παρελθόντος από αυτό του παρόντος μου απαντούν σχεδόν αυτόματα και πανομοιότυπα : οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές, οι διαδραστικοί πίνακες. Με τις δικές τους προσλαμβάνουσες δεν υπάρχει κάτι άλλο. Μία επίσκεψη όμως στα Μουσεία εκπαιδευτικού υλικού θα μπορούσε να τους δώσει άλλα ερεθίσματα. 

Θα τους έδειχνε την εικόνα της εκπαίδευσης κατά τα πέτρινα μετεμφυλιακά χρόνια, κατά τη μεταπολεμική εποχή: τις διαφορές των κτιριακών υποδομών, τα περιορισμένα μέσα προβολής του εποπτικού υλικού (χαρτονένιες ταμπέλες, ξυλόσομπες…) , αλλά και  τις δυσκολίες που αντιμετώπιζαν μαθητές και δάσκαλοι στην προσπάθεια άσκησης του έργου τους:  φτώχεια, αστυνομικός έλεγχος της ζωής όλων , τον αυταρχισμό και την αυστηρότητα, που σήμερα στα παιδιά γίνεται ίσως αντιληπτή μόνο αν θυμούνται την αφήγηση του Ν. Καζαντζάκη για το «Δασκαλάκη και τη Νέα Παιδαγωγική», όπως τα παιδιά τη μαθαίνουν στα σχολικά βιβλία του δημοτικού ακόμη. Στα Μουσεία όμως  όλα αυτά αποτυπώνονται σημειολογικά και πολυτροπικά μέσω των εκθεμάτων. Σε αυτό ζωτικό ρόλο παίζουν όσα έχουν ήδη συλλεγεί αλλά και όσα διαρκώς συμπληρώνονται από δωρεές υλικών, από συνεισφορές αφηγήσεων, από τα μεμονωμένα στοιχεία της «μικροϊστορίας» όλων όσων θυμούνται και τιμούν την ιερότητα της μνήμης, ως κύριου εφαλτηρίου κάθε προόδου. 

Προφανώς έτσι πετυχαίνονται οι σκοποί του Εθνικού Κέντρου Έρευνας και Διάσωσης Σχολικού Υλικού που είναι «η διάσωση , δηλαδή, των υλικών και άϋλων διαστάσεων της εκπαίδευσης», προκειμένου να αναζητηθεί γεφύρωση του χρόνου και των γενεών, η ευαισθητοποίηση σε θέματα έρευνας των μικρών μαθητών, η υποκίνηση προβληματισμού, σκέψεων αλλά και δημιουργικών δράσεων στη συγγραφή και στην τέχνη κάθε μορφής, (συγγραφή, σκηνοθεσία, εικαστικά), με την ελπίδα και την προοπτική όχι μόνο γνωριμίας και διάσωσης του παρελθόντος αλλά βαθύτερης κατανόησης και βίωσης  του παρόντος και προπαντός «ανοίγματος ενός αληθινού διαλόγου για την εκπαίδευση, ως διαδικασίας σχεδιασμού του μέλλοντος των ανθρώπων και των κοινωνιών». 

Ακριβώς για όλα αυτά το Εθνικό Κέντρο Έρευνας και Διάσωσης Σχολικού Υλικού (ΕΚΕΔΙΣΥ) οργάνωσε το Μουσείο Σχολικής Ζωής και Εκπαίδευσης, το οποίο   στεγάζεται σε ένα  διατηρητέο, νεοκλασικό κτίριο του 1850, στην οδό Τριπόδων 23, στην Πλάκα,  πολύ κοντά στο Μουσείο της Ακρόπολης. Τελεί υπό την αιγίδα του Υπουργείου Πολιτισμού, Παιδείας και Θρησκευμάτων και είναι μέλος του Δικτύου Μουσείων και Πολιτιστικών Φορέων Ιστορικού Κέντρου Αθηνών.

     Οι Συλλογές του συγκεκριμένου Μουσείου περιλαμβάνουν αναγνωστικά και κάθε είδους σχολικά βιβλία από διαφορετικές χώρες, ( όπως Αμερική, Καναδάς, Περού, Ιαπωνία, Ινδία, Ταϊλάνδη, Σρι Λάνκα, Σαουδική Αραβία, Λίβανος, Ισραήλ, Αίγυπτος, Τυνησία, Ζαΐρ, Κορέα κ.ά.), αλλά και από τη χώρα μας, βιβλία δημοτικού και γυμνασίου, σχολικό υλικό τετράδια, θρανία, πλάκες και κονδυλοφόροι,  αρχεία σχολείων, έλεγχοι , βαθμολόγια, εποπτικό υλικό, χάρτες, παιδικά περιοδικά, κόμικς. Όλα αυτά εμπλουτίζονται καθημερινά με αγορές και δωρεές ιδιωτών και σχολείων. Έτσι η εμβέλεια των προγραμμάτων και των ενδιαφερόντων του είναι διαχρονική και  οικουμενική. 

Το Μουσείο Σχολικής Ζωής και Εκπαίδευσης έχει μία μόνιμη Έκθεση στην οποία ο επισκέπτης έχει την ευκαιρία μέσα από την περιήγηση σε σχολικές εκδόσεις και σχολικό υλικό, να αποκτήσει μία εικόνα για  τους σημαντικότερους σταθμούς στην ιστορία της εκπαίδευσης  με σπάνιες εκδόσεις από τον 17ο, 18ο και 19ο αιώνα. Ωστόσο  εκπονεί επίσης ειδικά εκπαιδευτικά προγράμματα για σχολεία όλων των βαθμίδων  και αναπτύσσει  ποικίλες δραστηριότητες όπως συμμετοχές σε Εκθέσεις και Συνέδρια (Διεθνής Έκθεση Βιβλίου, Γιορτή Πολυγλωσσίας Δήμου Θεσσαλονίκης),  διοργανώνει  Πανελλήνιους  Μαθητικούς  Διαγωνισμούς ( 1ος και 2ος Πανελλήνιος Μαθητικός Διαγωνισμός σε συνεργασία με το τμήμα Εκπαιδευτικής Ραδιοτηλεόρασης του ΥΠΑΙΠΘ με θέμα «Η ιστορία του σχολείου μου»),  ημερίδες και συνέδρια, εκδόσεις και σεμινάρια συμβατικά ή εξ αποστάσεως για παιδιά , εκπαιδευτικούς, γονείς, εκπαιδευτικά προγράμματα για σχολεία ή για παιδικές ομάδες διαφόρων ηλικιών. 

Με όλα τα παραπάνω το Μουσείο ανασύρει νοσταλγικές μνήμες και συγκίνηση για προσωπικές αναμνήσεις και συλλογικά βιώματα. Ταυτοχρόνως προσφέρει βιώματα μοναδικά και γνώσεις πολύτιμες για την ιστορία, για τα βιβλία, για τον κόσμο του πνεύματος αλλά και για το περιβάλλον, την τέχνη, τη λογοτεχνία, το θέατρο, την παράδοση και τον πολιτισμό γενικότερα. Παρεμβαίνει στα θέματα της επικαιρότητας , όπως σήμερα στο προσφυγικό, με το διαγωνισμό που έχει προκηρύξει, προσφέρει ευκαιριακές επετειακές απασχολήσεις ανάλογα με τις θρησκευτικές και τις εθνικές γιορτές, αναδεικνύει ιστορικά θέματα σχετικά με την εκπαίδευση και τον πολιτισμό. 

Έτσι οικειώνει με την εκπαιδευτική μας κληρονομιά, προσφέρει ένα ταξίδι στο χρόνο και στο χώρο σε όλους τους επισκέπτες του και με τα αναμνηστικά του Πωλητηρίου (μικροαντικείμενα, αφίσες, κάρτες εμπνευσμένα από τις Συλλογές του αλλά και εκδόσεις τόσο του ΕΚΕΔΙΣΥ όσο και άλλων εκδοτικών οίκων)  δίνει τη δυνατότητα να το ενισχύσουν οι επισκέπτες, που επιθυμούν, διατηρώντας και δείγματα των αναμνήσεων τους από την περιήγηση.  

Με την ευκαιρία αυτής της αναφοράς, επιτρέψτε μου να αναφερθώ στο «πάντρεμα» της δημόσιας προσφοράς και της οικονομικής αυτοδυναμίας. Σε μια χώρα που μάθαμε να δαιμονοποιούμε καθετί ιδιωτικό είναι ανάγκη να τονίσουμε ότι όλα τα παραπάνω δεν έχουν γίνει από την κρατική επιχορήγηση ούτε συντηρούνται δίχως τη συνεισφορά όλων όσων επωφελούνται. Γι’ αυτό και ζητείται τόσο κατά την επίσκεψη όσο και κατά τη συνεργασία, ατομική ή ομαδική, η προσωπική οικονομική συνεισφορά. 

Αν είμαστε πρόθυμοι να αγοράσουμε τη διασκέδαση, γιατί άραγε σε αυτή τη χώρα δεν είμαστε εξίσου ή και περισσότερο πρόθυμοι να αγοράσουμε τη γνώση, τα πνευματικά εφόδια, την εξοικείωση με τον πολιτισμό; και μάλιστα όταν όλα τα παραπάνω προσφέρονται αξιόπιστα και αποδοτικά; 

Για πολλά χρόνια  οι Έλληνες διαπαιδαγωγήθηκαν με την  αφελή ψευδαίσθηση ότι το δημόσιο δεν πληρώνεται από αυτούς τους ίδιους, χωρίς να συνειδητοποιούν ότι η φορολογική τους συνεισφορά χρηματοδοτεί το δημόσιο σχολείο, τη δημόσια κοινωνική υπηρεσία, το δημόσιο νοσοκομείο, ακόμη και όταν αυτά δεν λειτουργούν με τον καλύτερο τρόπο. Η μακροχρόνια και διαιωνιζόμενη οικονομική κρίση που ζούμε μας δίνει την ευκαιρία να συνειδητοποιήσουμε ότι τίποτε δεν προσφέρεται δωρεάν σε αυτή τη ζωή και πολύ περισσότερο αξίζει να πληρώσουμε ό τι θεωρούμε πραγματικά χρήσιμο και μακροπρόθεσμα αποδοτικό. Αλλά τότε τι σπουδαιότερο από τα εκπαιδευτικά αγαθά και την παιδεία με το γενικότερο νόημα της λέξης;

Άνθρωποι με μεράκι, γνώσεις και αξία, εκπαιδευτικοί του δημόσιου ή του ιδιωτικού τομέα είχαν και στην περίπτωση των Μουσείων της Σχολικής Ζωής, όπου και αν στήθηκαν αυτά,  την έμπνευση και τη διάθεση να οργανώσουν και να λειτουργήσουν κάτι αξιοθαύμαστο και κοινωνικά χρήσιμο. Λέω «μουσεία», γιατί ανάλογης θεματικής μουσεία έχουμε και αλλού και στον τόπο μας, οργανωμένο πολύ προγενέστερα, έστω και αν οι δραστηριότητές του δεν είναι τόσο εξαπλωμένες σε πανελλήνια κλίμακα.

Η σύμπτωση της θεματικής και των ενδιαφερόντων υπενθυμίζει ότι «σε όλα όσα ονομάζουμε πολιτισμό κουλτούρα κ.λπ.  υπάρχει λίγη επινόηση και πολλή μίμηση. Αν δε ήμασταν τόσο μανιώδεις αντιγραφείς, θάπρεπε συνεχώς κάθε άνθρωπος να τα αρχίζει όλα από το μηδέν», όπως λέει ο Ισπανός στοχαστής Φ. Σαβατέρ. Αρκεί κάθε μεταγενέστερο εγχείρημα κάτι καινούργιο να κομίζει στην κοινωνική μας πραγματικότητα, στον πολιτισμό και στη ζωή μας . Αυτό το καινούργιο – αποτέλεσμα έμπνευσης, δημιουργικότητας, αγάπης  και πολλής – πολλής δουλειάς καλωσορίζουμε σήμερα.  

Ας  στηρίξουμε κάθε ανάλογη προσπάθεια, ας αξιοποιήσουμε τις ιδέες  που οι πρωτεργάτες του Μουσείου Σχολικής Ζωής και Εκπαίδευσης μάς προτείνουν στη δική μας εκπαιδευτική πράξη και ας βοηθήσουμε στη διάχυση και στη γονιμοποίηση της δουλειάς  τους στη νέα γενιά, αφού σ’ αυτήν την προοπτική προσβλέπει η δράση όλων εμάς των εκπαιδευτικών του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα.  


Γράφει η Στέλλα Αλιγιζάκη, φιλόλογος – ιστορικός