Η Κυβέρνηση υπέστη μια δεινή ήττα. Επιχείρησε να διασπάσει το κουαρτέτο των δανειστών με αφετηρία το περιεχόμενο των τηλεφωνικών συνομιλιών μεταξύ στελεχών του ΔΝΤ από το κέντρο της Αθήνας. Οι πάντες κατανόησαν ότι η ίδια, και όργανά της, τις υπέκλεψαν. Και κατόρθωσε το ακατόρθωτο. Έφερε κοντά, όσο προηγουμένως κανείς άλλος, τους Ευρωπαίους με το ΔΝΤ. 

Στον πανικό της πάνω «σκαρφίστηκε» ένα νέο τέχνασμα τακτικής. Θα φέρει την εβδομάδα, που μόλις χαράζει, δύο από τα υποχρεωτικά νομοσχέδια. Το ασφαλιστικό και το φορολογικό. Μονομερώς. Χωρίς προηγούμενη ενημέρωση των δανειστών-εταίρων. Παρά τη συμβατική μας υποχρέωση. Χωρίς να είναι καθαρός ο στόχος και η σκοπιμότητα μιας τέτοιας προαναγγελθείσας πρωτοβουλίας. 

Θα τα προλάβει; Έστω και τεχνοκρατικά; Και αν τα νομοσχέδια ωριμάσουν και ψηφιστούν με δική μας θεσμική «μαγκιά», τότε πως θα υπερασπιστούν τον εαυτό τους οι κυβερνήτες; Τότε όλη αυτή η φορο-καταιγίδα, που την προανήγγειλαν μόνοι τους πριν λίγους μήνες, είναι δική τους σκοτεινή έμπνευση. Αποκλειστικά δική τους ιδιοκτησία. 

Στις ημέρες μας κυριαρχεί ένα σκληρό ερώτημα. Ποιο είναι το αληθινό πρόβλημα της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ; Διότι είναι πεντακάθαρο. Ο Αλέξη Τσίπρας κυβερνά. Και όχι ο Πάνος Καμένος. Στον Πάνο εκχωρήθηκαν κυρίως οι γραφικότητες της Εθνικής Άμυνας. Παρελάσεις. Παραστάσεις. Και οι στολές παραλλαγής. Και όχι το ουσιαστικό περιεχόμενο της αμυντικής πολιτικής. Γραφικότητες, όμως, στις οποίες συχνά ελλοχεύουν τεράστιοι και χαοτικοί κίνδυνοι.

Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει ταυτότητα. Στην οικονομία. Εκπαιδεύτηκε στα ρετάλια του κρατισμού. Και εφαρμόζει αυστηρά νεοφιλελεύθερη οικονομική πολιτική. Ποτέ δεν μας αποκάλυψε το «νέο αναπτυξιακό μοντέλο» της χώρας. Υπογράφει συνεχώς τις πιο ακραίες πράξεις ιδιωτικοποιήσεων. Κλαυθμηρίζοντας. Μέσα σε παράφωνες και ετερόφωτες πολυφωνίες.  

Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει ταυτότητα. Απέναντι στην Ευρώπη. Καθημερινά αγκαλιάζει τα θύματα της χθεσινής του υβρεολογίας. Κα λησμονεί τους σταθερούς άξονες της ευρωπαϊκής και διεθνούς πολιτικής. Έχει μπερδέψει τα λιμάνια. Πότε σφιχταγκαλιάζει, με την πολιτική του ματιά, αποκλειστικά τα κρύα λιμάνια της βόρεια θάλασσας. Και πότε καταφεύγει, για να σωθεί, στα λιμάνια της ΝΑ Ασίας. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει ταυτότητα ούτε στον Κόσμο. Τις πνευματικές του ρίζες αναζήτησε στους δικτάτορες της Λατινικής Αμερικής. 

Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει ταυτότητα στους δημοκρατικούς θεσμούς. Κορυφαίες δημοκρατικές εκδηλώσεις, όπως το δημοψήφισμα, τις κατέταξε στη μικροκομματική εργαλειοθήκη του. Τη νομοθετική λειτουργία τη μετέτρεψε σε γραφειοκρατική διεκπεραίωση επιταγών τρίτων και μικρο-συναλλαγών. Και τον κοινοβουλευτικό, και πιο γενικά πολιτικό, λόγο τον μεταμόρφωσε σε ξίφος διχασμού και εκφοβισμού. Εκτρέφει μια αφόρητη διαβρωτική σκανδαλολογία. Δεν σέβεται την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης. Δείχνει να μην την κατανοεί. Ειδικά ο σημερινός αρχηγός του. Σαν να τη θεωρεί άψυχο βραχίονα της εκτελεστικής εξουσίας.

Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει ταυτότητα. Στα κορυφαία ζητήματα των ελευθεριών. Ως αντιπολίτευση υπέθαλψε τον ακτιβισμό ακραίων στοιχείων. Ακόμα και εκείνων που χρησιμοποίησαν τυφλή βία. Ως κυβέρνηση δεν τα εγκατέλειψε. Συνεχίζει να τα φλερτάρει. Όχι σπάνια νομοθετεί κατ’ απαίτησή τους. Τα διευκολύνει. Ακόμα και όταν στρέφονται κατά θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Όπως της ελευθερίας του Τύπου. Τον οποίο μάχεται με λύσσα. 

Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει ταυτότητα. Στο πολιτικό και προσωπικό ήθος. Έχει μέχρι σήμερα συγκαλύψει όλες τις παρεκτροπές στελεχών του.

Ο Αλέξης Τσίπρας υιοθέτησε μια παλιά αραβική φράση με περσική ετυμολογία. «Τα σκυλιά γαβγίζουν και το καραβάνι προχωράει». Αυτή τη φράση πιπιλίζουν πια πολλά στελέχη του. Ακόμα και ο γνωστός «πέτσακας». Ο «αρχιβοσκός» της πολιτικής. Μπροστά σε μικροκομματικό ακροατήριο, που χασκογελά και παραληρεί.

Προφανώς, δεν πρόσεξαν το βαθύτερο νόημα της λέξης και της φράσης. «Καραβάνι» είναι έμποροι από διάφορα μέρη, που ταξιδεύουν οδικώς όλοι μαζί. Χωρίς βαθύτερους δεσμούς μεταξύ τους. Κυρίως, για λόγους ασφάλειας. 

Εμπορεύτηκαν αυτοί, που μας κυβερνούν, τις ελπίδες του λαού μας. Για να λεηλατήσουν τα παράνομα έσοδα κατά πως ο καθένας τους νομίζει και μπορεί. Η συλλογικότητα της λεηλασίας της χώρας και της ιστορίας της Αριστεράς έχει τα όριά της. Ένα τέλος. Που πλησιάζει αμείλικτα. Όσους «πρόθυμους» και εάν περισυλλέξουν.