«Από τον Απρίλη του 1941 ένα κύμα μαύρης σκλαβιάς εσκέπασε την Ελλάδα. Και είναι τούτη η πιο σκληρή, η πιο απάνθρωπη, η πιο αιμοβόρα, η πιο αποπνιχτική σκλαβιά απ’ όσες γνώρισε ως τώρα η πολυβασανισμένη χώρα μας στα τρεις χιλιάδες χρόνια της τρικυμισμένης ιστορίας της». Δημήτρης Γληνός, «Τι είναι και τι θέλει το ΕΑΜ».

Την Κυριακή 6 Απριλίου 1941, στις 5.15 τα ξημερώματα, η Ελλάδα δέχεται την επίθεση του Γ’ Ράιχ, «μετά από 158 μέρες νικηφόρου αγώνα των Ελλήνων κατά των Ιταλών».[1] Η γενναία αντίσταση των Ελλήνων, ιδίως στα οχυρά της Γραμμής Μεταξά, καταπλήσσει τους πάντες.

Όμως οι Γερμανοί, επωφελούμενοι της απροσδόκητα γρήγορης κατάρρευσης της Γιουγκοσλαβίας,  παρακάμπτουν τα οχυρά και στις 8 Απριλίου εισέρχονται σε ελληνικό έδαφος. Στις 9 Απριλίου ο αγκυλωτός σταυρός, το σύμβολο της καταπίεσης και της βαρβαρότητας, κυματίζει στον Λευκό Πύργο σημαίνοντας την έναρξη της Κατοχής, μίας περιόδου φοβερού μαρτυρίου αλλά και ασύλληπτου μεγαλείου του ελληνισμού.

Η ιταμή συνθηκολόγηση και η «αυθόρμητη Αντίσταση»[2]

Στις 20 Απριλίου ο Στρατηγός Γεώργιος Τσολάκογλου και μία ομάδα ανώτατων στρατιωτικών του 1ου και 3ου Σώματος Στρατού παραβαίνοντας τον όρκο τους και τις ρητές εντολές του Γενικού Επιτελείου και της ελληνικής κυβέρνησης προσφέρουν στον εορτάζοντα Χίτλερ ένα ανέλπιστο δώρο γενεθλίων: την ατιμωτική πράξη συνθηκολόγησης με το Γ’ Ράιχ.

Ο Τσολάκογλου και αρκετοί από τους στασιαστές θα ανταμοιφθούν αργότερα από τους Γερμανούς, καθώς στις 29 Απριλίου 1941 διορίζονται από τους κατακτητές Γερμανούς ως Πρόεδρος και μέλη, αντίστοιχα, της πρώτης κυβέρνησης του νεοσύστατου κρατικού φασιστικού εκτρώματος της «Ελληνικής Πολιτείας», ενώ η νόμιμη κυβέρνηση Τσουδερού βρισκόταν στην Κρήτη. Αξίζει να σημειωθεί η γενναία άρνηση του Αρχιεπισκόπου Χρύσανθου να ορκίσει την δωσιλογική κυβέρνηση Τσολάκογλου – μία δημοκρατικά υπεύθυνη και εθνικά υπερήφανη στάση που επέφερε την καθαίρεσή του.

Στις 27 Απριλίου η Βέρμαχτ εισέρχεται στην Αθήνα και συναντά άδειους δρόμους και κατάκλειστα σπίτια, ενδεικτικό των αισθημάτων του ελληνικού λαού, με μόνη εξαίρεση τα μέλη της γερμανικής παροικίας στην Αθήνα κι ελάχιστους Έλληνες. Ο αγκυλωτός σταυρός κυματίζει στον ιερό βράχο της Ακρόπολης. Μία ύβρις, που δεν θα μείνει αναπάντητη: ένα μήνα μετά, το βράδυ της 30ης προς την 31η Μαΐου 1941, οι πρωτοετείς φοιτητές Απόστολος Σάντας και Μανώλης Γλέζος κατεβάζουν τη μισητή σβάστικα από την Ακρόπολη.

Είχε προηγηθεί στις 2 Μαΐου η θυσία του δεκαεφτάχρονου μαθητή του Βαρβακείου Μάθιου Πόταγα, ο οποίος σε μία σπάνιου θάρρους και συμβολισμού ενέργεια, λίγο έξω από τη Βυτίνα, μπήκε μπροστά, μόνος και άοπλος, και σταμάτησε, με τίμημα τη ζωή του, την προελαύνουσα μεραρχία «Σωματοφυλακή SS Αδόλφος Χίτλερ». Πρόκειται για την πρώτη στην Ελλάδα και μία από τις κορυφαίες αντιστασιακές πράξεις στην Ευρώπη[3]. Πολύ γρήγορα, ο αντιστασιακός πυρετός κυριεύει την Ελλάδα: δεκάδες αντιστασιακές ομάδες και οργανώσεις θα σχηματιστούν στις πρώτες μέρες της Κατοχής αψηφώντας την τρομοκρατία του Άξονα.

Η Ενωμένη Εθνική Αντίσταση, με καθολικό χαρακτήρα και παλλαϊκή συμμετοχή, δεν θα αφήσει σε χλωρό κλαρί τους κατακτητές μέχρι την συντριβή του Άξονα και την απελευθέρωση της Ελλάδας, της Ευρώπης και της ίδιας της Γερμανίας από το ναζιστικό ζυγό. Ανάμεσα στα επιτεύγματα της Εθνικής μας Αντίστασης είναι και η πρώτη, πανευρωπαϊκά, απεργία των δημοσίων υπαλλήλων, νικηφόρα μάλιστα, από 12-22 Απριλίου 1942 σε Αθήνα, Πειραιά, Πάτρα και Θεσσαλονίκη!

Ο ηρωισμός των Ελλήνων και οι ευθύνες του Μεταξά

Παρά τις καταστροφικές αυταπάτες του δικτάτορα Μεταξά ο κύβος έχει ριφθεί πολύ νωρίς: στις 13 Δεκεμβρίου 1940, ο Χίτλερ ζητά την προετοιμασία του σχεδίου «Μαρίτα» και, λίγες μέρες μετά, στις 18.12.1940, την προετοιμασία του σχεδίου Μπαρμπαρόσα[4].

Αν και καταβλήθηκε προσπάθεια εξωραϊσμού των επιλογών του φασιστικού ελληνικού καθεστώτος, είναι γεγονός ότι η Ελλάδα μπήκε στον πόλεμο με πλημμελή προετοιμασία: χωρίς σύγχρονο και επαρκές πολεμικό υλικό, χωρίς ούτε μία μονάδα αρμάτων και με ελάχιστα αεροπλάνα αλλά και χωρίς αντιαρματικά και αντιαεροπορικά, με ανεπαρκές πυροβολικό και μηχανοκίνητα μέσα, χωρίς σιδηροδρομικό και οδικό δίκτυο στην Ήπειρο και ένα μόνο αεροδρόμιο, των Ιωαννίνων, την ώρα που οι Ιταλοί είχαν θωρακίσει την καταληφθείσα απ’ αυτούς Αλβανία και κατασκευάσει εκεί σύγχρονα έργα υποδομής για να διευκολύνουν την εκστρατεία τους.

Ακόμη και το εμβληματικό έργο του δικτατορικού καθεστώτος Μεταξά, η δημιουργία της ομώνυμης ισχυρής οχυρωματικής γραμμής, έμεινε ημιτελές![5]

Ο Μεταξάς, πράγματι, προσπάθησε να αποσοβήσει την εμπλοκή της Ελλάδας στον πόλεμο. Όμως πέτυχε το ακριβώς αντίθετο: και την επίθεση του Άξονα δεν μπόρεσε να αποτρέψει αλλά και την επαρκή υποστήριξη των Βρετανών δεν μπόρεσε να εξασφαλίσει. Είναι γεγονός ότι η δεινή οικονομική κατάσταση της χώρας δυσκόλευε την πολεμική της προετοιμασία, ενώ και οι Βρετανοί, με έναν κυνισμό που σοκάρει, αντιμετώπιζαν από κάποια στιγμή και μετά την Ελλάδα ως χαμένη υπόθεση, λόγω και των αντιφατικών μηνυμάτων του ελληνικού φασιστικού καθεστώτος.

Ο Μεταξάς δεν κατόρθωσε να γίνει εθνικός ηγέτης - παρέμεινε δικτάτορας έως το τέλος: ακόμα και τις πρώτες, κρίσιμες μέρες, της ιταλικής επίθεσης προέβη με τέχνασμα στον καταστροφικό αφοπλισμό της Κρήτης (για να μην υπάρξει μελλοντική εξέγερση των Κρητών εναντίον του!) και δεν απελευθέρωσε, ως όφειλε, ούτε και τότε, τους χιλιάδες πολιτικούς κρατούμενους, οι οποίοι, παραμερίζοντας τις διαφορές τους με το δικτατορικό καθεστώς, ζητούσαν εναγωνίως να πολεμήσουν για την ελευθερία της πατρίδας τους.

Η αυταπάρνηση της γυναικών της Ηπείρου, που μετέφεραν στις πλάτες τους πολύτιμα για το στρατό εφόδια μέσα στα αδιάβατα από το χιόνι βουνά της Πίνδου, κάλυψε τις κραυγαλέες αδυναμίες της κρατικής προετοιμασίας και η απαράμιλλη γενναιότητα των Ελλήνων φαντάρων, που με μοναδικό ενθουσιασμό έσπευδαν στο μέτωπο, τις ελλείψεις όπλων και τα λάθη του αμυντικού σχεδιασμού! Δεν ήταν όμως δυνατό να γείρουν την πλάστιγγα υπέρ της Ελλάδας.

Η «μεγάλη νύχτα» της Κατοχής

Η Κατοχή αποτέλεσε, αναμφισβήτητα, την χειρότερη περίοδο της σύγχρονης Ελλάδας και την απαρχή των φοβερότερων δεινών για τον ελληνισμό. Η λεηλασία του εθνικού πλούτου και η πλήρης αποδιάρθρωση της Εθνικής μας Οικονομίας, η καταστροφή των υποδομών, η ληστεία της πολιτισμικής μας κληρονομιάς, αλλά, πάνω απ’ όλα, οι εκατοντάδες χιλιάδες θάνατοι από πείνα, εκτελέσεις, ασθένειες, βασανιστήρια, άφησαν βαθύ το αποτύπωμά τους και υπονόμευσαν την πορεία της χώρας για δεκαετίες.

Ο Εμφύλιος, οι βάσεις του οποίου τέθηκαν στη διάρκεια της Κατοχής, ολοκλήρωσε την καταστροφή. Κι όμως, ο λαός μας δεν υποτάχθηκε˙ πύκνωσε από την πρώτη μέρα τις γραμμές των αντιστασιακών οργανώσεων  και πάλεψε  με αυτοθυσία για την λευτεριά του. Δεν λύγισε ούτε όταν οι Γερμανοί κορύφωσαν την τρομοκρατία εις βάρος του, με τα διαβόητα Τάγματα Ασφαλείας που ίδρυσε στις 7 Απριλίου 1943 η κατοχική δωσιλογική κυβέρνηση Ιωάννη Ράλλη, στρέφοντας Έλληνες εναντίον Ελλήνων.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι ρίζες της σημερινής εξαιρετικά δεινής θέσης της χώρας μας βρίσκονται, αναμφίβολα, στην Κατοχή! Στην πρωτοφανή απώλεια σε ανθρώπινες ζωές και την καθολική καταστροφή της χώρας αλλά και στο γεγονός ότι η Κατοχή κληροδότησε στην μεταπολεμική Ελλάδα μία, σε σημαντικό βαθμό, ένοχη για το παρελθόν της άρχουσα τάξη, που η κυριαρχία της εδραζόταν οργανικά στις σχέσεις εξάρτησης από τον ξένο παράγοντα[6].

Αυτό δεν απαλλάσσει το πολιτικό προσωπικό της χώρας μας από τις κολοσσιαίες ευθύνες του για το Μνημόνιο και την φοβερή δοκιμασία στην οποία υποβάλλεται εδώ και έξι ολόκληρα χρόνια ο λαός μας. Το αντίθετο! Οι μετακατοχικές κυβερνήσεις, με ελάχιστες τιμητικές εξαιρέσεις, ευθύνονται επιπλέον και γιατί δεν διεκδίκησαν συστηματικά, σθεναρά και αποτελεσματικά, τις γερμανικές επανορθώσεις και αποζημιώσεις.

Αργεί το χάραμα της δικαίωσης;

Όμως και η σημερινή κυβέρνηση, παρά τις ρητές της δεσμεύσεις, δεν τολμά να προχωρήσει στη διεκδίκηση, αν και το θέμα έχει πλέον ωριμάσει όσο ποτέ και τα επιχειρήματα και τεκμήρια υπέρ των ελληνικών αξιώσεων είναι συντριπτικά. Είναι ενδεικτικό ότι έχουν παρέλθει περισσότερα από είκοσι χρόνια από την τελευταία φορά που επιδόθηκε ρηματική διακοίνωση προς τη γερμανική κυβέρνηση (στις 14.11.1995 από την κυβέρνηση του Ανδρέα Παπανδρέου), ενώ παράλληλα εκκρεμεί η εκτέλεση των αμετάκλητων δικαστικών αποφάσεων της ελληνικής Δικαιοσύνης υπέρ των θυμάτων του Διστόμου, του Αιγίου και της Κρήτης.

Αν δεν τεθεί τώρα το ζήτημα, που ο λαός μας δοκιμάζεται σκληρά και δικαίως αξιώνει από τους κυβερνώντες να διεκδικήσουν τα δίκαιά του, πότε θα τεθεί; Αλήθεια, δεν έχουν κατανοήσει ότι, όπως έχει διαχρονικά αποδειχθεί, η ελληνική αναβλητικότητα στη διεκδίκηση εκλαμβάνεται από τη Γερμανία ως αδυναμία; Είναι ενδεικτικό ότι, παρά τις προσπάθειες της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής, δεν προχωρά ούτε καν η υλοποίηση της πρότασης για αποστολή κλιμακίου της Βουλής των Ελλήνων στα Κοινοβούλια των ευρωπαϊκών χωρών, με πρώτο το γερμανικό - μία ουσιαστική πράξη για την περαιτέρω διεθνοποίηση του ζητήματος.[7]

Μοιάζει ωσάν η κυβέρνηση και η Βουλή να φοβούνται τη Γερμανία ή να μη θεωρούν «κατάλληλη» τη συγκυρία. Αν ακολουθήσουμε όμως αυτό το σκεπτικό, ποτέ δεν θα είναι «κατάλληλη» η συγκυρία για διεκδίκηση των γερμανικών οφειλών, όσο είμαστε υπό καθεστώς διεθνούς ασφυκτικού, πολιτικού και οικονομικού, ελέγχου.

Αλλά, αντίθετα, αυτός είναι ο λόγος να ξαναθέσουμε ως στρατηγικό μας στόχο την ανεξαρτησία και την προοπτική της Ελλάδας, αγωνιζόμενοι ταυτόχρονα για τις γερμανικές επανορθώσεις και την απελευθέρωση της χώρας μας από το μνημόνιο και τους ξένους δυνάστες!

Αξίζει να αγωνιστούμε!

[1] Γρηγοριάδης Σ. Ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας 1941-1974 (τόμος Α’), Εκδόσεις POLARIS, Αθήνα 2009, σελ. 26.

[2] Κατά την εξαιρετικά εύστοχη έκφραση του Σόλωνα Γρηγοριάδη στο παραπάνω βιβλίο.

[3] Γλέζος Μ. Εθνική Αντίσταση 1940-1945 (τόμος Α’). Εκδόσεις Στοχαστής, Αθήνα 2006, σελ. 339.

[4] Προετοιμασία επιχείρησης Μαρίτα: Οδηγίες Χίτλερ αριθμ. 20, 13.12.1941 και προετοιμασία επιχείρησης Μπαρμπαρόσσα: Οδηγίες Χίτλερ, αριθμ. 21, 18.12.1941. Η επίθεση εναντίον της Σοβιετικής Ένωσης είχε οριστεί για τις 15 Μαΐου 1941 αλλά τελικά, κυρίως λόγω της Μάχης της Κρήτης, άρχισε στις 22 Ιουνίου, πεντέμισι βδομάδες μετά, με αποτέλεσμα τα γερμανικά στρατεύματα να μην αποφύγουν τον φοβερό ρωσικό χειμώνα και, σε συνδυασμό με την απαράμιλλη αντίσταση και θυσία των Σοβιετικών να οδηγηθούν στην πρώτη τους ήττα, που έμελλε να κρίνει, όσο τίποτε άλλο, και την έκβαση του Β’ Π.Π. Δείτε αναλυτικά στο Κέδρος Α. Η ελληνική αντίσταση 1940-44, τόμος Α’. Εκδόσεις Θεμέλιο, Αθήνα 2004, σελ. 61.

[5] Κέδρος Α. Η ελληνική αντίσταση 1940-44, τόμος Α’. Εκδόσεις Θεμέλιο, Αθήνα 2004.

[6] Δες αναλυτικά: Λυμπεράτος Μ. Μετά τον Εμφύλιο – πολιτικές διαδικασίες και κοινωνική πόλωση στις απαρχές της προδικτατορικής περιόδου. Εκδόσεις Νότιος Άνεμος, Αθήνα 2015.

[7] Η πρόταση αυτή έχει κατατεθεί το 2013 στην Κοινοβουλευτική Επιτροπή Διεκδίκησης από τον Πρόεδρο του Εθνικού Συμβουλίου Διεκδίκησης των Γερμανικών Οφειλών Μανώλη Γλέζο και τυγχάνει ευρύτερης αποδοχής.