α) ΠΑΡΟΥΣΑ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ

Η αρωματική-φαρμακευτική χλωρίδα της Κρήτης είναι γνωστή και αναγνωρισμένη από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα για τον πλούτο και την ποιότητα της. Ορισμένα από τα ενδημικά της είδη όπως  ο Δίκταμος ( Οriganum dictamnus L.) η Μαλοτίρα (Sideritis syriaca L.), η Ματζουράνα (Origanum microphyllum L.) εξακολουθούν να όχι μόνο να χαίρουν εκτιμήσεως στην  ελληνική και τη διεθνή αγορά αλλά και αποτελούσαν και αποτελούν «εν δυνάμει» σημαντική πηγή εισοδήματος για τους κατοίκους της ορεινής ζώνης.

Τα  είδη στα οποία γίνεται εκμετάλλευση σήμερα στην Κρήτη είναι:

1.      ο Δίκταμος ( Οriganum dictamnus L.)

2.      η Ρίγανη (Origanum vulgare ssp hirtum και Origanum onites)

3.      η Μαλοτίρα (Sideritis syriaca L.)

4.      η Φασκομηλιά (Salvia fruticosa)

5.      η Ματζουράνα (Origanum microphyllum L.)

6.      η κομμεορητίνη “αλάδανος” από τον αγκίσαρο (Cistus creticus ssp creticus)

Από τα παραπάνω είδη μόνο ο δίκταμος και η ρίγανη καλλιεργούνται σε μικρή έκταση στο νησί μας, ενώ για τα υπόλοιπα γίνεται εκμετάλλευση των υπαρχόντων φυσικών πληθυσμών.Σε πολύ μικρή έκταση καλλιεργούνται επίσης διάφορα είδη αρωματικών φυτών της ελληνικής και όχι μόνο χλωρίδας (αλόη, λουίζα, ροσμαρί κλπ) για ιδιοκατανάλωση ή μικρής κλίμακας εμπορία.

Στην Κρήτη δραστηριοποιούνται περί τις 20 μονάδες επεξεργασίας και εμπορίας αρωματικών-φαρμακευτικών φυτών.

 

1. Δίκταμος       

 

Η καλλιεργούμενη με δίκταμο έκταση συνολικά στην Κρήτη κυμαίνεται από 20-100 στρέμματα ανάλογα με την τιμή που διαμορφώνεται στην αγορά την προηγούμενη καλλιεργητική περίοδο, χωρίς τον παραμικρό προγραμματισμό, οργάνωση ή έρευνα της αγοράς. Τελευταία παρουσιάζεται αξιοσημείωτο ενδιαφέρον από οίκους του εξωτερικού για το αιθέριο έλαιο του δικτάμου, πέραν της σε σημαντικές ποσότητες απορρόφησης του αποξηραμένου φυτού από τον  Ιταλικό οίκο Martini.

Ο δίκταμος έχει χαρακτηρισθεί ως απειλούμενο είδος και έχει διασωθεί χάρις στην καλλιέργεια.

Ο δίκταμος σήμερα καλλιεργείται και εκτός Κρήτης.

2. Ρίγανη

 

Η ρίγανη καλλιεργείται σε έκταση περίπου 100 στρεμμάτων στην Κρήτη και μάλιστα μόνο  στους Νομούς Ρεθύμνης (90 στρ) και Χανίων (10στρ), ενώ η ζήτηση και για αποξηραμένο φυτό και για το αιθέριο του έλαιο είναι σημαντική διεθνώς.

Η ζήτηση καλύπτεται από συλλογή αυτοφυών φυτών με όλα τα δυσμενή επακόλουθα.

Η ποιότητα της ελληνικής και μάλιστα της κρητικής ρίγανης είναι γνωστή στις διεθνείς αγορές για τα υψηλά ποιοτικά της χαρακτηριστικά (υψηλή περιεκτικότητα σε αιθέριο έλαιο πλουσιότατο σε καρβακρόλη). Οι ποσότητες ρίγανης που συλλέγονται από τους αυτοφυείς πληθυσμούς στην Κρήτη έχουν μειωθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια και αυτό οφείλεται και στη μείωση των αυτοφυών φυτών λόγω κυρίως της αλλαγής της γεωργικής πρακτικής (χημική ζιζανιοκτονία) που είχε σαν επακόλουθο την εξαφάνιση των αυτοφυών φυτών από τις παρυφές  διαφόρων καλλιεργειών (ελιές, αμπέλια κλπ), στην αλλαγή χρήσεως γης σε περιοχές όπου αυτοφυόταν,   καθώς και στη δυνατότητα απασχόλησης των ανθρώπων της υπαίθρου σε άλλες πλέον επικερδείς ή λιγότερο κοπιαστικές δραστηριότητες.

Η μείωση των συλλεγόμενων ποσοτήτων καθώς και η αύξηση της τιμής των ημερομισθίων είχε ως αποτέλεσμα την σημαντική αύξηση της τιμής του προϊόντος, που οδήγησε στην εισαγωγή ρίγανης ευτελούς ποιότητας και πολύ χαμηλής τιμής από γειτονικές χώρες και δυστυχώς στη συσκευασία και διακίνησή της  στην αγορά, ελληνική και ξένη, με «ελληνικά χρώματα» που είχε ως αποτέλεσμα και τη δυσφήμιση της ελληνικής ρίγανης στη διεθνή αγορά.

Θα λέγαμε ότι  η ρίγανη που συλλέγεται στην Κρήτη αντιπροσωπεύει ποσοτικά λιγότερο από το 10% της διακινούμενης στην αγορά ως «κρητικής ρίγανης» και ως επί το πλείστον ιδιοκαταναλώνεται από τους συλλέκτες.

Κύριος ανασταλτικός παράγοντας στην επέκταση της καλλιέργειας ρίγανης είναι η ανυπαρξία πολλαπλασιαστικού υλικού ποιότητας.

 

3. Μαλοτίρα

 

Η μαλοτίρα έχει χαρακτηρισθεί ως απειλούμενο είδος και η κατάσταση από πλευράς μείωσης των φυσικών της πληθυσμών περιγράφεται ως δραματική χωρίς ίχνος υπερβολής.

Στον Ψηλορείτη η μαλοτίρα πρακτικώς έχει εξαφανισθεί, ενώ στα Λευκά Όρη εκτιμάται ότι έχει απομείνει το 30%  των φυσικών πληθυσμών που υπήρχαν πριν από 30 χρόνια. Αιτία της καταστροφής εκτός από την υπερεκμετάλλευση είναι και η αλλαγή του πανάρχαιου συστήματος εκτροφής των αιγοπροβάτων της μετακινούμενης δηλαδή κτηνοτροφίας σε ένα  σύστημα συνεχούς εκτροφής, με μεταφερόμενες ζωοτροφές, στην ίδια ορεινή περιοχή με αποτέλεσμα την ολική καταστροφή της τοπικής χλωρίδας και λόγω υπερβόσκησης αλλά και λόγω καταπάτησης και καταστροφής την άνοιξη των αρτιβλάστων (νεαρών σποροφύτων) όλων των φυτικών ειδών από τα εκτρεφόμενα ζώα.

Οι συγκομιζόμενες σήμερα ποσότητες μαλοτίρας από φυσικούς πληθυσμούς δεν επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της τοπικής αγοράς, ενώ παρατηρείται αξιοσημείωτη ζήτηση από έλληνες και ξένους επισκέπτες της Κρήτης οι οποίοι έτυχε να γνωρίσουν το προϊόν. Σημαντικές ποσότητες «Τσάϊ του Βουνού» (άλλα είδη Sideritis) εισάγονται στην Κρήτη από άλλες περιοχές της χώρας από τους βιοτέχνες συσκευαστές αρωματικών φυτών για την κάλυψη της ζήτησης της αγοράς. Στην περιοχή Αμαρίου Ρεθύμνης, η Αναπτυξιακή Επιχειρηματική Αμαρίου (ΑΝΕΑ ΑΕ, εταιρεία λαϊκής βάσης) διαθέτει τη μοναδική σήμερα στην Ελλάδα εμπορική καλλιέργεια μαλοτίρας σε έκταση 3 στρεμμάτων με στόχο την σταδιακή και χωρίς περιορισμούς επέκταση της.

 

4. Φασκομηλιά

 

Αντίστοιχη με αυτή της ρίγανης είναι η εικόνα της αγοράς και για τη φασκομηλιά παρά το γεγονός ότι  οι αυτοφυείς πληθυσμοί της Κρήτης παρουσιάζουν εξαιρετικά ποιοτικά χαρακτηριστικά διαφοροποιούμενοι σε δύο μεγάλες ομάδες ως προς την περιεκτικότητα του αιθερίου ελαίου τους σε θουγιόνη,  γεγονός που θα μπορούσε να αξιοποιηθεί εμπορικά και ανάλογα με τον προορισμό χρήσης της.

Δεν υπάρχει καλλιέργεια φασκομηλιάς στην Κρήτη, ενώ και εδώ παρατηρείται αξιοσημείωτη ζήτηση (αποξηραμένου φυτού και αιθερίου ελαίου) στη διεθνή αγορά

 

5. Ματζουράνα

 

Η ματζουράνα ή αντωναϊδα  είναι ενδημικό φυτό της Κρήτης (Λευκά Όρη και Δίκτη) συλλέγεται κυρίως στα Λευκά Όρη και συνοδεύει τη μαλοτίρα στη χωρική εμπορική της συσκευασία, χωρίς να έχει σήμερα ιδιαίτερη οικονομική σημασία. Ευτυχώς εδώ η μορφολογία του φυτού (έρπον) το προστατεύει σε μεγάλο βαθμό  από τους συλλέκτες.

  

6.Η κομμεορητίνη “αλάδανος” από τον αγκίσαρο (Cistus creticus ssp creticus)

 

       Η κομμεορητίνη αλάδανος συλλέγεται σήμερα και κατά παγκόσμια αποκλειστικότητα στον Μυλοπόταμο (Σίσσες- Αλόϊδες) από τους φυσικούς πληθυσμούς του φυτού Cistus creticus ssp creticus (αγκίσαρος, αλαδανιά, λαδανιά) της περιοχής. Μέχρι και ολόκληρη τη δεκαετία του 1960 ο αλάδανος εξασφάλιζε το σημαντικότερο τμήμα του αγροτικού εισοδήματος της περιοχής, ενώ σήμερα ελάχιστοι από τους κατοίκους ασχολούνται με τη συλλογή του. Η ρητίνη κυρίως εξάγεται στις αραβικές χώρες, ενώ μικρό μέρος της απορροφάται από ελληνικές εταιρείες παραγωγής καλλυντικών και φαρμάκων. Στις Σίσσες δραστηριοποιείται ιδιωτική εταιρεία συλλογής και εμπορίας αλαδάνου της οποίας η δημιουργία χρηματοδοτήθηκε στα πλαίσια του προγράμματος LEADER I. Ο αλάδανος έχει αναγνωρισμένες φαρμακευτικές ιδιότητες, ενώ το αιθέριο έλαιο που περιέχει (σε ποσοστό 0.5-1.5%) θεωρείται ως ο ισχυρότερος σταθεροποιητής (fixateur) αρωμάτων.

 

Β) ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΕΣ ΚΑΙ ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ

Οι συνθήκες που επικρατούν σήμερα στην αγορά των κύριων γεωργικών προϊόντων της Κρήτης (ελαιόλαδο, εσπεριδοειδή, κλπ) αλλά και οι τάσεις της διεθνούς αγοράς (στροφή του καταναλωτικού κοινού στα φυσικά προϊόντα), όπως και οι εφαρμοζόμενες πολιτικές (επιδοτήσεις, ενισχύσεις δράσεων) τόσο σε εθνικό όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο συνηγορούν, ίσως  περισσότερο από ποτέ άλλοτε στο παρελθόν,  για την ανάπτυξη της καλλιέργειας των αρωματικών φυτών στην Κρήτη. Επί πλέον λόγοι προστασίας των απειλούμενων ειδών επιβάλουν την καλλιέργειά τους.

 

Τα διάφορα προγράμματα για την προστασία και ανάδειξη της Ορεινής ζώνης αποτελούν σήμερα μοναδικό εργαλείο για την ορθολογική, από πλευράς κοινωνικής, οικονομικής και οικολογικής θεώρησης, εφαρμογή δράσεων στην ορεινή ζώνη μέσα στις οποίες πρωτεύοντα ρόλο έχει η καλλιέργεια επιλεγμένων αρωματικών-φαρμακευτικών φυτών ενταγμένων σε ένα γενικότερο πλαίσιο παραγωγής ποιοτικών τοπικών προϊόντων υψηλής προστιθέμενης αξίας.

 

Οι ερευνητικές εργασίες και τα πιλοτικά έργα που έχουν γίνει στο Εργαστήριο Υδροπονίας - Αρωματικών φυτών του Ινστιτούτου Υποτροπικών & Ελιάς Χανίων του ΕΘΙΑΓΕ)  δίδουν ενδιαφέροντα στοιχεία όχι μόνο από πλευράς οικοφυσιολογίας και καλλιεργητικής τεχνικής ορισμένων ειδών αρωματικών φυτών της Κρήτης, αλλά και από πλευράς οικονομικότητας της καλλιέργειάς των.

Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι η καλλιέργεια της μαλοτίρας (πάντα σε υψόμετρο μεγαλύτερο των 900μ) αποδίδει καθαρό ετήσιο εισόδημα από 1500-2000 €/στρέμμα, αποτελώντας έτσι την αποδοτικότερη (με βάση το επενδυόμενο κεφάλαιο) οικονομική γενικά  δραστηριότητα σε ορεινές περιοχές, ενώ η καλλιέργεια της ρίγανης (ανεξαρτήτως υψομέτρου) από 500-800€ .

Και οι δύο καλλιέργειες δεν απαιτούν άρδευση, προσφέρονται για «βιολογική καλλιέργεια», η οποία ιδιαίτερα προσφέρεται στην περίπτωση όλων των αρωματικών-φαρμακευτικών φυτών, και μπορούν να αναπτυχθούν σε οριακά, από πλευράς γονιμότητας, εδάφη, ενώ μπορούν να συνδυασθούν με τη μελισσοκομία καθώς και να ενταχθούν σε ένα ολοκληρωμένο σχέδιο αγροτουρισμού-οικολογικού τουρισμού που θα περιλαμβάνει εκτός από τα κατάλληλα καταλύματα και τις υπηρεσίες, και μικρές μονάδας παραγωγής-επεξεργασίας και εμπορίας φυσικών και παραδοσιακών προϊόντων ποιότητας ενσωματώνοντας προστιθέμενη αξία στα προϊόντα και προσφέροντας νέες θέσεις απασχόλησης στην περιοχή εφαρμογής.

Η καλλιέργεια της μαλοτίρας σε έκταση 2.000 στρεμμάτων στα Λευκά Όρη και τον Ψηλορείτη θα έσωζε το φυτό από τον αφανισμό, ενώ δεν θα αντιμετώπιζε κανένα πρόβλημα διάθεσης στην αγορά.

 

Εκτιμούμε ότι η αγορά σήμερα μπορεί εύκολα να απορροφήσει την παραγωγή από 50.000 στρέμματα ρίγανης της Κρήτης με εκλεκτά ποιοτικά χαρακτηριστικά.

Η καλλιέργεια μιας ελάχιστης έκτασης 2000 στρεμμάτων με ρίγανη καθιστά οικονομικά βιώσιμη και επικερδή τη λειτουργία μονάδας υδραπόσταξης για την παραλαβή του αιθερίου ελαίου όχι μόνο της ρίγανης αλλά και άλλων αρωματικών φυτών για τα οποία υπάρχει σημαντική ζήτηση στη διεθνή αγορά (δίκταμος, δαφνόφυλλα, φασκομηλιά).

 

Η καλλιέργεια του δικτάμου είναι αρδευόμενη και σχετικά απαιτητική σε εργατικά παρουσιάζει όμως σημαντικές δυνατότητες επέκτασης,  καθώς όχι μόνο το αποξηραμένο προϊόν (δρόγη) αλλά και το αιθέριο του έλαιο έχουν αξιόλογη ζήτηση στη διεθνή αγορά. Η λειτουργία μιας μονάδας παραγωγής αιθερίου ελαίου θα προσέφερε το προϊόν αυτό στην αγορά, που σήμερα  διατίθεται σε πολύ μικρές ποσότητες, παρά το ότι υπάρχει αγοραστικό ενδιαφέρον, αλλά και θα λειτουργούσε ρυθμιστικά στην αγορά για την εξισορρόπηση προσφοράς-ζήτησης του αποξηραμένου δικτάμου αλλά και των άλλων αρωματικών φυτών (ρίγανη, δαφνόφυλλα, φασκομηλιά)

 

Η καλλιέργεια της φασκομηλιάς θεωρείται ως οικονομικά βιώσιμη εφ΄ όσον εκμεταλλευθούμε την ποιοτική ποικιλότητα που παρουσιάζει το φυτό στο νησί μας (υψηλή ή χαμηλή περιεκτικότητα σε θουγιόνη) και προσφέρουμε στην αγορά τυποποιημένα και επώνυμα προϊόντα ποιότητας.

Η εκμετάλλευση των φυσικών πληθυσμών αγκισάρου με τη συλλογή του αλαδάνου στον Μυλοπόταμο θα μπορούσε να μεγιστοποιηθεί εάν επιτύχουμε (συνεργούντος του Οργανισμού Προώθησης Εξαγωγών ή άλλου κρατικού ή ιδιωτικού φορέα) να προωθήσουμε το αιθέριο έλαιο της κομμεορητίνης ως φυσικό προϊόν και ισχυρό σταθεροποιητή αρωμάτων στην ευρωπαϊκή αρωματοβιομηχανία

Η στροφή των καλλιεργητών στα αρωματικά φυτά, την οποία θεωρούμε δεδομένη, λόγω της παρατηρούμενης σήμερα απαξίωσης των παραδοσιακών μας προϊόντων, προσκρούει στην αδυναμία εξεύρεσης πολλαπλασιαστικού υλικού, ενώ ορατός είναι και ο κίνδυνος γενετικής ρύπανσης των φυσικών πληθυσμών της Κρήτης στην περίπτωση που θα χρησιμοποιηθούν σπόροι ποικίλης προέλευσης από τα συσκευαστήρια αρωματικών φυτών που λειτουργούν στο νησί.

 

Θεωρούμε επιτακτική την ανάγκη παρέμβασης της Πολιτείας στην παραγωγή πιστοποιημένου πολλαπλασιαστικού υλικού αρωματικών φυτών  όχι μόνο για την αποφυγή της γενετικής ρύπανσης αλλά και για την προστασία της ποιότητας των παραγόμενων προϊόντων.