Χθες και σήμερα διεξάγεται η πανελλαδική συνδιάσκεψη της Δημοκρατικής Συμπαράταξης. Με όλα τα προαπαιτούμενα, τα χαρακτηριστικά και τα ανάλογα και αντίστοιχα κείμενα κάθε πανελλήνιας πολιτικής συνδιάσκεψης. 

Δυστυχώς, όσο αραιώνουν τα κομματικά ακροατήρια (όλα τους!) άλλο τόσο αυξάνονται τα εγχειρήματα νέων «κομμάτων» και νέων «κινημάτων». Όσο αδειάζουν οι πολιτικές πλατείες και λεωφόροι, τόσο πολλαπλασιάζονται τα πολιτικά μικρόφωνα και οι πολιτικές οθόνες για υποψήφιους αρχηγούς.  

Νέες ιδέες, με τις οποίες επιχειρείται η συγκρότηση μιας νέας πολιτικής και ιδεολογικής ταυτότητας δε φαίνονται στον παρόντα ιστορικό ορίζοντα. Η κρίση στις πολιτικές ιδεολογίες είναι βαθιά. Στη χώρα μας είναι οξύτερη, βαθύτερη και πιο οδυνηρή. Γιατί συνέπεσε με τη δημοσιονομική κρίση. Που μετατράπηκε και σε οικονομική. Και η οποία μας παρέσυρε και σε πολιτική κρίση, με παράλληλη κατάρρευση όλων των τρεχουσών ιδεολογιών. 

Αν έχει νόημα το ιστορικό πείραμα της συγκρότησης της Δημοκρατικής Συμπαράταξης, αυτό πρέπει να αναζητηθεί σε θεμελιώδεις θέσεις. Με αναφορά στους θεσμούς. Με αναφορά στην οργάνωση και τη δομή του πολιτικού συστήματος και στη σύνδεση με ένα σύνολο αλλαγών και καινοτομιών που θα οδηγήσουν σε μια άλλη κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα.

Απαιτούνται μεγάλες θεσμικές και πολιτικές αλλαγές.

Χρειαζόμαστε ρωμαλέες μεταρρυθμίσεις στον κατάλογο και στο περιεχόμενο των ατομικών δικαιωμάτων. Ονομαστικά τα έχουμε όλα. Αλλά, μέσα από εσωτερικές αλλοιώσεις, έχουμε διαμορφώσει ένα νέο «δικαίωμα», που δεν αναγνωρίζει καμιά άλλη έννομη τάξη στον ευρωπαϊκό και δυτικό κόσμο. Το «δικαίωμα» στη βία. Από τα πρώτα έτη της σχολικής μας μαθητείας. Ανεχόμαστε τη βία κατά τη ζωής και κατά κρίσιμων ελευθεριών αθώων συμπολιτών μας. Ανεχόμαστε και ενθαρρύνουμε  την πιο σκληρή και τυφλή βία έναντι του δικαιώματος της ελεύθερης έκφρασης των ιδεών και της ελευθεροτυπίας. Ανεχόμαστε ή και προωθούμε τη βία στην τελική έκφραση της πολιτικής βούλησης μέσα στα συνταγματικά καθιδρυμένα όργανα. Και διαμαρτυρόμαστε μόνο όταν αυτή στρέφεται εναντίον μας ή εναντίον της παρέας μας και όλων όσοι συμφωνούν με εμάς.. 

Αναμφισβήτητα χρειαζόμαστε μια έντιμη αλλά και δραστική και αποτελεσματική δημόσια διοίκηση. Μέχρι σήμερα, με ελάχιστες νομοθετικές τροποποιήσεις, ήταν εφικτή η μεταμόρφωση της δημόσιας διοίκησης σε κομματικό φέουδο. Και η ανάδειξη του κράτους σε παράρτημα κλειστών κομματικών μειοψηφιών. 

Σήμερα, έχουμε κατανοήσει ότι το αυταρχικό και διεφθαρμένο κράτος κρύβεται πίσω από ένα «ευνουχισμένο» κοινοβούλιο. Που δεν επιτρέπει τον ουσιαστικό διάλογο μεταξύ κυβέρνησης και αντιπολίτευσης. Και ουσιαστικά μεταξύ πολιτικής εξουσίας και κοινωνίας. Πέρασε η εποχή των μεγάλων κωδικοποιήσεων. Από την άλλη διαμορφώνεται να κοινοβούλιο, που διεκπεραιώνει γραφειοκρατικά τροπολογίες επί τροπολογιών, με φωτογραφικές διατάξεις, που άπλετα μπορούν να υποστηριχθούν από οποιονδήποτε πολιτικό φορέα. Κάποτε πρέπει να αποκτήσει ουσιαστικό νόημα  και να επισύρει κυρώσεις η συνταγματική απαγόρευση εισαγωγής τροπολογιών σε άσχετο νομοσχέδιο. 

Όλοι έχουμε αναγνωρίσει το τεράστιο θέμα της έλλειψης κύρωσης σε βάρος των προσώπων που ασκούν ή συμμετέχουν στην άσκηση της πολιτικής εξουσίας. Δυστυχώς, μετά τον λαϊκισμό της πλήρους και ξεδιάντροπης ασυλίας των πολιτικών προσώπων δώσαμε χώρο στους άτυπους μηχανισμούς πλήρους και άδικης απαξίωσης όλου του πολιτικού προσωπικού της χώρας. 

Η Δικαιοσύνη, πρέπει επιτέλους να αναδείξει το κυρίαρχο προσόν του όποιου κύρους της. Την Ανεξαρτησία της. Ό,τι πράξαμε τα τελευταία χρόνια, όποια καινοτομία εισαγάγαμε, φθάσαμε στο αντίθετο αποτέλεσμα. Την υποταγή της Δικαιοσύνης ή μεγάλου μέρους της στη στρατηγική εναλλασσόμενων πολιτικών κομμάτων και φορέων. 

Μας μένει μία και μοναδική κόκκινη γραμμή στο χώρο της οικονομίας. Η εποχή των ακραιφνών κρατικίστικων οικονομικών προσεγγίσεων πέρασε ανεπιστρεπτί. Όπως πρέπει να περάσει ανεπιστρεπτί και η σημερινή κρατούσα εποχή του ασυγκράτητου και απάνθρωπου νεοφιλελευθερισμού. Το «αόρατο χέρι», του Άνταμ Σμιθ, που δήθεν  καθοδηγεί τη συμπεριφορά των ατόμων παραμένει αόρατο και ανύπαρκτο. Ειδικά, όταν διεκδικείται μια ισόρροπη και βιώσιμη ανάπτυξη. Το κράτος διατηρεί το δικαίωμα και έχει την υποχρέωση της εποπτείας της οικονομίας. Μόνο αυτό έχει όλα τα αναγκαία στοιχεία για τη λήψη μακροοικονομικών αποφάσεων. Μόνο αυτό έχει τη δύναμη της επιβολής των κυρώσεων. 

Αν οι προοδευτικές δυνάμεις δεν έχουν τις δικές τους ξεχωριστές απαντήσεις σε όλα τα παραπάνω ζητήματα (και άλλα τόσα), τότε δεν έχει κανένα νόημα να μιλάμε για τη συγκρότηση της Δημοκρατικής Συμπαράταξης. Για την αναγέννηση της Κεντροαριστεράς. Ή για οτιδήποτε άλλο συναφές ή συνώνυμο Τότε ας αφηγηθούμε ετεροχρονισμένα, και εμείς, μαζί με τον Φουκουγιάμα «το τέλος της πολιτικής».