Το αν γίναμε σοφότεροι στα τελευταία χρόνια της κρίσης μάλλον βάσιμα αμφισβητείτε, το σίγουρο πάντως είναι ότι γίναμε φτωχότεροι. Όχι από τα νέα μέτρα που αυτές τις μέρες νομοθετούνται, την επίδραση των οποίων δεν θα αντιληφθούμε πριν το φθινόπωρο, αλλά από την γενικότερη υστέρηση της οικονομίας. Όχι πως πριν τα πράγματα γίνονταν καλύτερα, είχαν πάντως ισορροπήσει, στο τέλος του 2014 είχαν φτάσει σε θέση αντίστοιχη της σημερινής, ένα βήμα πριν το κλείσιμο της αξιολόγησης. Όσο κι αν φαίνεται απίστευτο, όσο κι αν δυσκολευόμαστε να πιστέψουμε ότι τόσος χρόνος πήγε χαμένος, η αλήθεια είναι ότι πολιτικά βρισκόμαστε ακριβώς εκεί που ήμασταν ενάμιση χρόνο πριν. Λόγο της αδράνειας όμως, ο λογαριασμός έχει ανέβει…

Το μοιραίο λάθος της κυβέρνησης Σαμαρά ήταν ο ανασχηματισμός πανικού που μετά την ήττα στις ευρωεκλογές έκανε. Η χειρότερη μεταπολιτευτική κυβέρνηση (οι του ΣΥΡΙΖΑ εξαιρούνται), έχασε την όποια εμπιστοσύνη υπήρχε και η αντίστροφη μέτρηση άρχισε. Μοναδικό αποτέλεσμα, η ουσιαστικά διετής στασιμότητα αύξησε τον λογαριασμό. Εδώ να τονίσουμε πως ο λογαριασμός αυτός δεν αφορά το χρέος, ουσιαστικές πληρωμές του οποίου έχουμε μετά το 2022, αλλά τον ετήσιο προϋπολογισμό μας, το πώς τα βγάζουμε πέρα κάθε μέρα δηλαδή. Πολλοί συμπολίτες παρασυρμένοι από το κλίμα των περασμένων ετών απορούν για τις ελλείψεις που παρατηρούνται σε βασικές κρατικές υπηρεσίες, όπως η υγεία και η παιδεία. Σε αντίθεση με τα χρόνια πριν την κρίση, αν για κάποιο λόγο λείψει ένας δάσκαλος από ένα σχολείο δεν μπορεί να προσληφθεί άλλος για να τον αντικαταστήσει, κάτι που ισχύει και για τους γιατρούς, νοσηλευτές και άλλους απαραίτητους κρατικούς υπαλλήλους. Πριν την κρίση οι προϋπολογισμοί ήταν αυτό που λέμε… ελαστικοί, μέχρι το καλοκαίρι οι υπουργοί, διοικητές, πρόεδροι οργανισμών είχαν σπαταλήσει τους προβλεπόμενους ετήσιους πόρους και φυσικά… συνέχιζαν. Πολύ απλά στο τέλος του έτους έστελναν τον λογαριασμό στον υπουργό των οικονομικών, ο οποίος έψαχνε δανεικά από τις «δαιμονικές» αγορές. Τώρα που αυτό δεν μπορεί να συμβεί, πολύ απλά αν δεν προσέξουμε, δεν έχουμε.

Το ότι οι προτάσεις του τότε υπουργού των Οικονομικών κ. Γκίκα Χαρδούβελη ήταν λίγο πάνω από ένα δις ευρώ, ενώ αυτές του σημερινού κ. Ευκλείδη Τσακαλώτου φτάνουν τα έξι, είναι το τίμημα της καθυστέρησης της ομαδικής μας αυταπάτης, όπως και ο πρωθυπουργός παραδέχτηκε. Το χειρότερο όμως είναι πως το μείγμα των μέτρων που υιοθετήθηκε είναι το μέγιστο δυνατό αντιπαραγωγικό. Προστατεύει τους σημερινούς συνταξιούχους σε βάρος των εργαζόμενων, ενώ ταυτόχρονα αυξάνει τα βάρη των επιχειρήσεων και των αυτοαπασχολούμενων, κάτι που θα οδηγήσει σε ακόμα μεγαλύτερη ανεργία. Την ίδια ώρα επιβάλει νέους οριζόντιους φόρους παντού, ακόμα και στον τουρισμό, οι οποίοι θα βαθύνουν την ύφεση και θα θέσουν σε κίνδυνο τον μοναδικό τομέα που κάτι  περιμένουμε. Κερασάκι στην τούρτα ο κόφτης, αν χρειαστεί θα αυξηθούν κι άλλο οι φόροι…