To Εθνικό Ταμείο Επιχειρηματικότητας και Ανάπτυξης, άλλως γνωστό με το ακρωνύμιό του ΕΤΕΑΝ, ή με το παλαιότερο ακρωνύμιό του ΤΕΜΠΜΕ, είναι ένα από ταχαρακτηριστικότερα , ή ίσως το χαρακτηριστικότερο  παράδειγμα της εθνικής ικανότητάς μας για τα υψηλότερα και τα χαμηλότερα, χωρίς ηθικούς ή πρακτικούς φραγμούς, προς χάρην της εξυπηρετήσεως των συμφερόντων μιάς μικρής και συνηθέστερα πολιτικής μειοψηφίας.

Η ίδρυσή του το 2003 ξεκίνησε από τις τράπεζες ως μία πρωτοβουλία στήριξης των μικρομεσαίων επιχειρήσεων στην πρόσβασή τους στην τραπεζική χρηματοδότηση, κατ’ ουσίανμέσω της παροχής της εγγύησης του Ταμείου. Την πρωτοβουλία αυτή, λόγω της πανεθνικής της εμβέλειας και του γνήσια αναπτυξιακού της αναστήματος, εναγκαλίσθηκε  από την αρχή το Υπουργείο Ανάπτυξης, συνεπικουρούμενο στη διοίκηση της ιδιότυπης αυτής ΑΕ από τις συνεργαζόμενες τράπεζες.

Τα χρόνια πέρασαν, το πρώην ΤΕΜΠΜΕ δημιούργησε ένα σημαντικό αποτύπωμα  στην ελληνική αγορά των μικρομεσαίων επιχειρήσεων όλων των κλάδων, μέχρι που ήρθε η ώρα της κρίσεως, δηλαδή η ώρα που έπρεπε το ΤΕΜΠΜΕ από εθνικός φορέας εγγυοδοσίας να μετασχηματισθεί σε ολοκληρωμένο φορέα διαχείρισης αναπτυξιακών προγραμμάτων, με έμφαση στον  άμεσο επιμερισμό του πιστωτικού κινδύνου. Η στιγμή ήτανε κρίσιμη γιατί ο μετασχηματισμός έπρεπε να γίνει γρήγορα, κομψά και βιώσιμα, άλλως ο πέλεκυς του αφανισμού κατ’ εντολή της  Τριμερούς,  που μόλις είχε ενσκήψει στην ελληνική Πολιτεία το 2011, ήταν πραγματικά προ των πυλών.

Λίγο ότι η δράση του Ταμείου είχε υπερκαλύψει τις πραγματικές του κεφαλαιακές δυνατότητες, λίγο ότι η αγορά έμπαινε σε μία άγνωστης διάρκειας φάση ξεκαθαρίσματος ελέω ύφεσης, η ΕΤΕΑΝ βρέθηκε στην κυριολεξία στα πρόθυρα του κλεισίματος.  

Και όμως, η Διοίκηση της τριετίας 2012-2015 κατάφερε το ακατόρθωτο. Εξυγίανε το Ταμείο κατά τρόπο απόλυτα συμβατό με τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα, και ανασχεδίασε και αναβάθμισε τη λειτουργία του, υιοθετώντας μεθοδολογίες και συστήματα διαχειρίσεως κινδύνων αντίστοιχα αυτών που χρησιμοποιούν  τα σύγχρονα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα. 

Το αποτέλεσμα ήταν η ΕΤΕΑΝ να γίνει ξανά, εν μέσω κρίσης,  μοναδικός αρωγός της ελληνικής μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας, αναγνωρισμένος από τις αρμόδιες υπηρεσίες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την επάρκειά της στο σχεδιασμό, την υλοποίηση και την διαχείριση  χρηματοοικονομικών προϊόντων συγχρηματοδότησης. Στο διάστημα της θητείας αυτής της διοίκησης,  εγκρίθηκαν  δάνεια συνολικού ύψους Ευρώ 900 εκατ περίπου σε περισσότερες από 5.000 επιχειρήσεις.

Και μετά ;

Μετά ήρθαν οι πρώτες εκλογές του 2015, και η κατά τεκμήριο επιτυχημένη διοίκηση της προηγούμενης τριετίαςεξαναγκάστηκε για λόγους που δεν έχουν γίνει γνωστοί μέχρι σήμερα , να παραδώσει τη σκυτάλη σε μία άλλη διοίκηση, η οποία τα τελευταία 2 χρόνια κατόρθωσε να αυξήσει τα μεγέθη της κατά Ευρώ 15 εκατ υπό μορφήν δανείων σε λιγότερες  από 300 επιχειρήσεις!

Δεν είναι κρίμα όμως; 

Ένας θεσμός τεχνοκρατικός, αποκλειστικά ελληνικών συμφερόντων,  απόλυτα αποδεκτός από τους υπόλοιπους «Θεσμούς», που θα μπορούσε να διαδραματίσει κυρίαρχο ρόλο στην ανόρθωση της πίστης μεταξύ των μικρομεσαίων επιχειρήσεων στη δύσκολη αυτή συγκυρία , εξασφαλίζοντάς τους μία στοιχειώδη αναπτυξιακή προοπτική, έχει φτάσει στο σημείο να υπολειτουργεί εις βάρος των ελλήνων φορολογούμενων, που τον έχουν χρηματοδοτήσει κυριολεκτικά από το υστέρημά τους.

Αναρωτιέται κανείς : δεν είναι τουλάχιστον αποθαρρυντικό να παρακολουθείς έναν υπερκομματικό θεσμό εθνικής σημασίας όπως το ΕΤΕΑΝ να ταλλανίζεται από την κακοδαιμονία και την αυτοκαταστροφική μανία των κατά καιρούς κυβερνώντων που όχι μόνο δεν ενδιαφέρονται, αλλά στην ουσία απεργάζονται το εθνικό συμφέρον;

Θα απαντήσει κανείς ;

Ο Κωνσταντίνος Γ. Συλιγάρδος είναι δημοσιογράφος