Το Φαράγγι της Σαμαριάς αποτελεί δεν είναι ένα απλό φαράγγι. Κρύβει μέσα του την ομορφιά και την αγριάδα της Κρήτης, συνδυασμένη με λίγη περιπέτεια και πολύ περπάτημα. Αποτελεί δε, στόχο για πολλούς επισκέπτες και φυσικά, μοναδική εμπειρία για όλους.

Αυτή την εμπειρία ήθελε να ζήσει μία δημοσιογράφος της Huffingtonpost η οποία αφού το διέσχισε, κατέγραψε όσα βίωσε μέσα από ένα κείμενο που εκθειάζει την ομορφιά του φαραγγιού και συγχρόνως δίνει χρηστικές συμβουλές στους μελλοντικούς περιπατητές:

“Για εμένα, η Κρήτη είναι ένας αγαπημένος και θαυμαστός κόσμος. Χωρίς να έχω καταγωγή από εκεί, δεν ήταν λίγες οι φορές που στην ενήλικη ζωή μου θαύμασα τη φύση της, γνώρισα τους ανθρώπους της και δοκίμασα τα αγαθά που προσφέρει η κρητική γη.

Για εμένα, που η πεζοπορία δεν είναι στο DNA μου, το Φαράγγι της Σαμαριάς ήταν ένα προσωπικό στοίχημα, κάτι για να σβήσω από την λίστα μου.

Ας πάρω, όμως, τα πράγματα από την αρχή. Πήρα το ΚΤΕΛ νωρίς το πρωί από τα Χανιά με κατεύθυνση τον Ομαλό. Το Φαράγγι της Σαμαριάς, ο Φάραγγας, όπως το λένε, είναι ανοιχτό από την 1η Μαΐου, μέχρι τις 15 Οκτωβρίου κάθε χρονιά. Όσο πιο έντονη η τουριστική περίοδος, τόσο πιο συχνά είναι τα ΚΤΕΛ που πηγαίνουν στον Ομαλό, αλλά καλό είναι να ξεκινήσει κανείς όσο το δυνατόν νωρίτερα το πρωί.

Εγώ πήρα το ΚΤΕΛ που έφευγε 7.45 από τα Χανιά και περίπου 1 ώρα αργότερα ήμουν στην είσοδο του Εθνικού Δρυμού Σαμαριάς. Η είσοδο στον δρυμό είναι 5 ευρώ και καλό θα ήταν να φυλάξετε τον εισιτήριο, το οποίο θα πρέπει να δείξετε, για λόγους ασφαλείας, και κατά την έξοδό σας.

Η κατάβαση ξεκινά στα 1.230 μέτρα, κάτι το οποίο σημαίνει ότι πρέπει να είσαι έτοιμος για κατάβαση. Ελαφριά ρούχα, αντηλιακό, αθλητικά παπούτσια (αν όχι ορειβατικά), καπέλο, ένα μπουκάλι με νερό και όχι πολύ βάρος στην πλάτη είναι τα βασικά πράγματα που πρέπει να έχει κανείς μαζί του πριν ξεκινήσει.

Τα πρώτα 3 χιλιόμετρα είναι και τα πιο απαιτητικά. Είναι το σημείο με την πιο απότομη κατάβαση, με τις πέτρες να γλιστρούν πολύ. Μην πτοηθείτε από τους τουρίστες που κατεβαίνουν σαν τα κατσίκια. Ο καθένας έχει τον δικό του ρυθμό. Άλλωστε το Φαράγγι το κατεβαίνει κανείς για να ευχαριστηθεί και όχι για να κάνει αγώνα δρόμου.

Σε όλη την πορεία της διαδρομής υπάρχουν σημεία με άφθονο νερό, τουαλέτες και σκιά, οπότε μην ανησυχείτε για το που θα ξεκουραστείτε ή αν θα έχει νερό να πιείτε, ενώ σχετικά στην αρχή της διαδρομής θα δείτε το λευκό γαϊδούρακι που εκτελεί χρέη ασθενοφόρου, σε περίπτωση που το χρειαστεί κανείς (μακριά από μας).

Είναι πολύ δύσκολο να περιγράψει κανείς την αίσθηση που έχεις διασχίζοντας το Φαράγγι. Καμία φωτογραφία δεν μπορεί να απαθανατίσει την ομορφιά που βλέπει κανείς με τα ίδια του τα μάτια. Στα πλάγια ορθώνονται τα ψηλά βουνά και οι απότομοι βράχοι, ενώ το ξερό και άγριο τοπίο δίνει τη θέση του σε ψηλά καταπράσινα ψηλά δέντρα και ρυάκια. Αυτά τα δύο σκηνικά εναλλάσσονται συνεχώς. Με λίγα λόγια, η φύση οργιάζει και οι άνθρωποι μοιάζουν πολύ μικροί μπροστά στο μεγαλείο της φύσης.

Το εγκαταλελειμμένο χωριό Σαμαριά

Για όποιον θέλει να αφήσει το δικό του σημάδι, οι περαστικοί συνηθίζουν να κάνουν μικρά πυργάκια με πέτρες προκειμένου να δείξουν ότι πέρασαν κι εκείνοι από εκεί. Από όλα τα σημεία «στάσεις» το πιο όμορφο είναι ο εγκαταλελειμμένος οικισμός της Οσίας Μαρίας (από τον οποίο πήρε και το Φαράγγι της Σαμαριάς το όνομά του), που βρίσκεται στη μέση της διαδρομής. Έτσι για την ιστορία να πω ότι το χωριό αυτό εγκαταλείφθηκε το 1962 όταν το φαράγγι χαρακτηρίστηκε εθνικός δρυμός και οι κάτοικοι αναγκάστηκαν να φύγουν. Εκεί τριγύρω λένε ότι κυκλοφορούν και τα κρι-κρι, τα οποία μόνο άγρια δεν είναι. Εγώ δεν στάθηκα αρκετά τυχερή ώστε να τα δω.

Το τέλος του Δρυμού βρίσκεται ύστερα από 13 χιλιόμετρα, αλλά η ακτή της Αγίας Ρουμέλης είναι 3 χιλιόμετρα ακόμα μακριά. Τα τελευταία χρόνια, όπως έμαθα, υπάρχει λεωφορείο που πηγαίνει τους πεζοπόρους από το τέλος του δρυμού μέχρι την Αγία Ρουμέλη, αλλά αν θέλετε τη γνώμη μου, τολμήστε να κάνετε αυτά τα τελευταία χιλιόμετρα με τα πόδια, ώστε να ζήσετε όλη την εμπειρία. Το φαράγγι είναι για όλες τις ηλικίες και κάθε φυσική κατάσταση. Όρεξη να υπάρχει! Επειδή είναι κατάβαση, δεν καταλαβαίνει κανείς την καταπόνηση παρά μόνο την επόμενη ημέρα, αλλά τα γόνατα και οι γάμπες θέλουν προσοχή.

Συνολικά, χρειάστηκα 5,5 ώρες για να κατέβω μέχρι την Αγιά Ρουμέλη, όπου είναι και ο μόνος τρόπος για να φύγει κανείς από το φαράγγι (εκτός αν είναι τόσο τολμηρός που θέλει να επιχειρήσει να το ανέβει κιόλας- ποτέ κανείς!).

Η μεγαλύτερη απόλαυση είναι η βουτιά στην θάλασσα, που νιώθεις σαν να βγαίνουν υδρατμοί από το σώμα σου. Το καραβάκι θα σας πάει στα Σφακιά, από όπου περνάει το ΚΤΕΛ για τα Χανιά ή στην Σούγια. Αν, όμως, έχετε χρόνο, προτείνω ανεπιφύλακτα μία διανυκτέρευση στο Λουτρό, ένα χωριό πριν τα Σφακιά, που κάνει στάση το πλοίο. Η ομορφιά, τα νερά και η ηρεμία του είναι ό,τι χρειάζεστε μετά από την πεζοπορία.


Το πανέμορφο Λουτρό.

Όσο για την επόμενη μέρα, το να κατέβω από το κρεβάτι δεν ήταν εύκολη υπόθεση. Είχα κοιμηθεί και από τις 11 και 9 ώρες ύπνου δεν μου έφτασαν σε καμία περίπτωση. Οι γάμπες πονούν και το κάθε σκαλί που χρειάστηκε να κατέβω συνοδευόταν κι από ένα «αχ, βαχ». Καθώς, όμως το πλοίο απομακρυνόταν και κοίταζα πίσω μου τα Λευκά Όρη, συνειδητοποίησα ότι αυτό ο μικρός πόνος και η ταλαιπωρία θα έφευγαν σύντομα. Οι αναμνήσεις θα ήταν εκείνες που θα έμεναν για πάντα να με συντροφεύουν.