Στα προβλήματα της καθημερινότητας δεν απαντάμε με προτάσεις λύσεων. Έτσι μας έχουν συνηθίσει. Αυτήν την πολύ οικεία και παραδοσιακή πρακτική την έχει υιοθετήσει, με ξεχωριστό επικοινωνιακό ενθουσιασμό, η σημερινή Κυβέρνηση. Καταφεύγει στα «μεγάλα θέματα», στις μεγάλες προκλήσεις, στα ψευδή διλήμματα για να μετατοπίσει το ενδιαφέρον μας και την έγνοια μας για την καθημερινότητα. Ακόμα και εκείνη που έχει διαρκή χαρακτήρα και αφορά κρίσιμα ζητήματα. 

Μας επέβαλε μία φορολογική καταιγίδα και όλα τα «κουρέματα» (γουλί!) σε όλες τις κοινωνικές παροχές. Και, παράλληλα, επιχείρησε να τα επενδύσει με «ταξικά» πρόσημα και με ιδεοληπτικά κριτήρια κατάταξής τους. Είχε αναλάβει την υποχρέωση ολοκλήρωσης της πρώτης αξιολόγησης μέχρι τον περασμένο Νοέμβρη. Και κατανάλωσε πολύτιμο πολιτικό και ιστορικό χρόνο, υπερασπιζόμενη, δήθεν, διάφορες «κόκκινες» γραμμές, τις οποίες εγκατέλειψε όλες. Με εξαίρεση μόνο εκείνες που χαράχθηκαν επί ανύπαρκτων και μη εριζομένων θεμάτων. Επιχείρησαν να αλλοιώσουν ακόμα και τον χαρακτήρα αυτής της ταλαιπωρημένης αξιολόγησης. Που δεν είναι άλλος από την πιστοποίηση ότι η Κυβέρνηση έχει ικανοποιήσει μέχρι κεραίας, όλα τα σφαγιαστικά μέτρα που ο Αλέξης Τσίπρας αποδέχθηκε το 2015. Όλα αυτά έχουν το κόστος τους. Το οποίο, όμως, το αντέχουν οι θεσμοί. Και, κάτω από εξαιρετικές προϋποθέσεις, μπορεί να τα ανεχθεί και ο λαός μας.  

Αυτό, όμως, που επιχειρήθηκε την περασμένη βδομάδα έχει πολύ μεγαλύτερες διαστάσεις και μία ξεχωριστή βαρύτητα. Η Κυβέρνηση προσπάθησε να οργανώσει, προετοιμάσει και να λειάνει το έδαφος για μια θολή Αναθεώρηση του Συντάγματος διαμέσου κάποιου δημοψηφίσματος. Δεν επρόκειτο για στιγμιαίο λάθος της εκπροσώπου της Κυβέρνησης. Παρά τον τεράστιο θόρυβο, που ξέσπασε με αφορμή την ενημέρωση από την ίδια των πολιτικών συντακτών, παρενέβη και ο Πρόεδρος της Βουλής. Τουλάχιστον, ας έχουμε ένα συμβουλευτικό δημοψήφισμα. Έτσι έκρινε ο Νίκος Βούτσης. Και προτού η περασμένη βδομάδα σβήσει τα ίχνη της, ο Πρωθυπουργός υποσχέθηκε ένα νέο συνταγματικό χάρτη το 2021! Διακόσια δήθεν χρόνια ανεξαρτησίας και εθνικής παλιγγενεσίας. Με μπροστάρη …τον Αλέξη Τσίπρα, την παρέα του και όλες τις θεσμικές απρέπειές του. 

Είναι δύσκολη κάθε προσπάθεια κατανόησης των συμβουλευτικών δημοψηφισμάτων. Αφού δεν θα δεσμεύουν, γιατί να μην προσφύγουμε στη διαδικασία των δημοσκοπήσεων για όποιο θέμα ενδιαφέρεται η εκάστοτε Κυβέρνηση; Γιατί να μην διευρύνουμε τη σπουδαιότητα και το περιεχόμενο των δημοσκοπήσεων σε όλα σχεδόν τα θέματα; Και γιατί, στο τέλος – τέλος, να έχουμε ή να διατηρήσουμε θεσμούς πολιτικής εξουσίας; Δεν θα είναι λιγότερο δαπανηρή η ανάθεση αυτών των καθηκόντων με το αντίστοιχο και κατάλληλο συμβόλαιο στην Alco, στην GPO, στην Metron Analysis, στην ΚΑΠΑ Research, στην MRB ή οποιαδήποτε άλλη νέα ή παλιά εταιρία έρευνας της κοινής γνώμης;

Είναι πολύ νωρίς να γνωρίζουμε το τέλος αυτής της κυβερνητικής πρωτοβουλίας. Η γνωστή ομάδα του Μαξίμου έχει την πεποίθηση ότι μπορεί να τα κάνει όλα. Ακόμα και να παραβιάσει το Σύνταγμα. Γιατί η Αναθεώρηση του Συντάγματος είναι μια εξαιρετικά πειθαρχημένη διαδικασία με αυστηρό περιεχόμενο. Υπάρχουν διατάξεις που δεν αναθεωρούνται. Και όσες υπόκεινται σε αναθεώρηση οφείλουν τη διαδρομή τους σε δύο κοινοβουλευτικές περιόδους, που δεν ελέγχονται εύκολα. Και υπόκεινται, παρ’ όλα αυτά, στον παραδοσιακό τακτικό έλεγχο του λαού. 

Η Αναθεώρηση του 1974 είχε ταυτότητα. Η Αναθεώρηση του 1985/86 είχε ταυτότητα. Η Αναθεώρηση του 2001 είχε και αυτή ταυτότητα. Την ίδια, περίπου, στα βασικά θέματα και οι τρεις. Έναν ευρύ κατάλογο ελευθεριών και δικαιωμάτων. Ενίσχυση του Κράτους Δικαίου. Θετική ανταπόκριση στην ευρωπαϊκή πρόκληση. Και ανάδειξη του λαού μας ως πρωταγωνιστή των εξελίξεων. Και οι πρωταγωνιστές τους είχαν και αυτοί ιστορική ταυτότητα. 

Οι φοβεροί «εγκέφαλοι» του επικοινωνιακού επιτελείου της Κυβέρνησης σκαρφίστηκαν την Αναθεώρηση του Συντάγματος. Έτσι χωρίς πρόγραμμα. Και την κύρωσή της με δημοψήφισμα. Τους καλάρεσε, που πέρυσι το καλοκαίρι κατάφεραν μέσα σε ένα βράδυ να μετατρέψουν το ΟΧΙ του δημοψηφίσματος στο ΝΑΙ της πιο ταπεινωτικής υποταγής. Ευτυχώς! Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας γλύτωσε έγκαιρα από την προσπάθεια του προσωπικού του ευτελισμού. Και ως νομικού. Και ως πολίτη. Διεμήνυσε πως δεν θα συμπράξει σε έναν τέτοιο τυχοδιωκτισμό. Άλλωστε, είναι πολύ νωπά τα οργισμένα γραψίματά του εναντίον αντίστοιχης πρότασης άλλου πολιτικού αρχηγού με παρόμοιο περιεχόμενο και διαδικασία. 

Εμείς σεβόμαστε και αγαπάμε το Σύνταγμα. Γι’ αυτό και πάμε… Σύνταγμα. 


Άρθρο του  Αντώνη Ν. Βγόντζα, Εφημερίδα Πρώτο Θέμα, Κυριακή 12.6.2016