Έπρεπε να πάμε! Στο Σύνταγμα! Γιατί η Κυβέρνηση έχει ξεπεράσει τα όρια της συνταγματικής ανοχής. Δεν σέβεται κανέναν θεσμό. Παραβιάζει διαρκώς το Σύνταγμα. Νομοθετεί χωρίς αναστολές με Πράξεις Νομοθετικού Περιεχομένου. Εισάγει τροπολογίες στα βαθιά μεσάνυχτα σε άσχετα σχέδια νόμων. Και από τη βιασύνη και την εξόφθαλμη επιπολαιότητά της, τις αποσύρει εν θερμώ και τις καταθέτει ξανά με πολλές αλλαγές και πολλές νομοτεχνικές ανορθογραφίες. Στον κοινοβουλευτικό έλεγχο δεν απαντά. Οι υπουργοί απαξιώνουν να εμφανιστούν στην αίθουσα της Ολομέλειας. Και η ευθύνη της διεύθυνσης σοβαρών κοινοβουλευτικών επιτροπών έχει εναποτεθεί σε πρόσωπα που, αρκετά από αυτά, στερούνται σοβαρότητας. Ή είναι αληθινά «φευγάτα»! 

Εκεί, όμως, που έχει διακριθεί, είναι στην άσκηση των θεμελιωδών ελευθεριών των συμπολιτών μας. Δεν τα ανέχεται καν! Δεν ανέχεται την ελευθερία της έκφρασης. Για αυτό και κατέστρωσε μια τιτάνια και τερατώδη στρατηγική χειραγώγησης ή και φίμωσης των μέσων μαζικής ενημέρωσης. Ποδοπατεί το κοινωνικό δικαίωμα στην υγεία και την κοινωνική ασφάλιση. Τσαλαβουτάει σε ένα σωρό άλλα ατομικά δικαιώματα και ελευθερίες. 

Και, τελευταία, με αφορμή τη διαδικτυακή ανοιχτή πρόσκληση στο Σύνταγμα με σύνθημα «Παραιτηθείτε», απέδειξε ότι δεν ανέχεται τις συναθροίσεις πολιτών. Ειδικά, όταν αυτές, από τη δομή τους, είναι ειρηνικές, δεν συνεπάγονται τραυματισμούς προσώπων, ούτε καταστρέφονται δημόσια και ιδιωτικά αγαθά και περιουσίες. Δεν προέβη σε καμία κίνηση απαγόρευσης της αντισυγκέντρωσης γνωστών αναρχικών ομάδων, που έχουν κατηγορηθεί για άμεσες σχέσεις με την τρομοκρατία. Δεν επέτρεψε καν στη Γενική Αστυνομική Διεύθυνση Αττικής να εκδώσει ρητή σχετική ανακοίνωση με τελικό αποδέκτη και τις συγκεκριμένες ομάδες και τον ελληνικό λαό. 

Αντιθέτως, μάλιστα. Ανέθεσε σε μία σειρά κορυφαίων στελεχών της να οικοδομήσουν ένα κλίμα παρανομίας, απαξίωσης, χλευασμού και – γιατί όχι; - και φοβίας και τρόμου. Και, φυσικά, αυθόρμητα ή κατ’ εντολή της Κυβέρνησης, ένας από τους πιο αυθεντικούς εκφραστές της εξομολογήθηκε δημόσια την ανακούφισή τους. Ενήργησε, αυτός ο «γενναίος» άνδρας ακριβώς όπως και μετά την πλατιά λαϊκή αποδοκιμασία του στην Ιεράπετρα της Κρήτης. Δεν τους είδε, δεν τους άκουσε και με την ασφάλεια της απόστασης τους καθύβρισε. 

Δεν πρέπει, όμως, να γκρινιάζουμε και πολύ. Παρά τα κροκοδείλια δάκρυα ορισμένων υπουργών, παρά τα χυδαία και ξεδιάντροπα ψέματα του πρόσφατου παρελθόντος η ηγετική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ και εκούσα άκουσα μεγάλη μερίδα στελεχών του, έχει αποδεχθεί την ευρωπαϊκή επιλογή της χώρας, τους κανόνες και τις δεσμεύσεις της. Έχουν απαρνηθεί τους φανερούς δεσμούς τους με το χαοτικό σύννεφο των ευρωσκεπτικιστών. Αυτό το τελευταίο αποτελεί ιστορικό κεκτημένο. Και για την Ελλάδα. Και για τον γαλλογερμανικό άξονα. Ο οποίος δοκιμάζεται. 

Την προσεχή Πέμπτη διεξάγεται στο Ηνωμένο Βασίλειο ένα σημαντικό δημοψήφισμα. Δεν προβλεπόταν, ούτε απέρρεε από καμιά θεσμική ανάγκη της χώρας αυτής. Ο σημερινός Πρωθυπουργός της Μεγάλης Βρετανίας εγκλωβίστηκε σε μια επεξεργασμένη υπόσχεσή του στις παραμονές των εκλογών της 6ης Μαΐου 2010 με μοναδικό στόχο να αντιμετωπίσει μία μικρή τότε μερίδα των εκλογέων του συντηρητικού κόμματος και να προσελκύσει ιδιοτελείς κοινωνικές ομάδες. Παρά το μπαράζ δημοσιευμάτων του βρετανικού τύπου γνώμης, παρά τις εξαιρετικά ενδιαφέρουσες συζητήσεις που διεξάγονται με γνήσια ανταλλαγή επιχειρημάτων, τα πράγματα δεν εξελίσσονται αισιόδοξα. Ούτε έχουν βοηθήσει οι δηλώσεις πολλών ηγετών του δυτικού κόσμου. Αν τα έχουμε κατανοήσει σωστά, το πολύ καθαρό ερώτημα αν οι εκλογείς θέλουν να παραμείνει η Βρετανία στην Ευρωπαϊκή Ένωση, έχει μάλλον χαθεί. Ουσιαστικά πρόκειται στα μάτια πολλών για μια διαπάλη μεταξύ των πλουσίων και της μορφωμένης νέας γενιάς από τη μία μεριά και των φτωχών και αποκλεισμένων από την άλλη. Με τους τελευταίους έχουν συμμαχήσει όλα τα φοβικά στοιχεία της αγγλικής κοινωνίας. Οι ηλικιωμένοι. Οι ξενοφοβικοί. Οι «αριστοκράτες», έστω και «ξεπεσμένοι».  

Τίποτα δεν θα είναι διαφορετικό την 24η Ιουνίου 2016. Ένα χλωμό «ναι» θα φρενάρει τις διαδικασίες ευρωπαϊκής ενοποίησης. Ένα ισχυρό ή έστω χλωμό «όχι» θα οδηγήσει σε μεγάλες ανακατατάξεις μέσα στην Ευρώπη. Οι κίνδυνοι να χάσει η Ευρώπη την ιδεολογική της λάμψη, που διατηρεί παρά την ιστορική κόπωση των πολιτικών της δυνάμεων, είναι ισχυροί. Όπως και οι προκλήσεις της.