Η απαρχή της έννοιας της διαβούλευσης προσδιορίζεται στον 5ο π.Χ. αιώνα, στην Αθήνα του Περικλή. Ο Αριστοτέλης φαίνεται να είναι ο πρώτος θεωρητικός που ασχολήθηκε με την διαδικασία της δημόσιας συζήτησης και επιχειρηματολογίας. Στα «Πολιτικά» του υποστηρίζει ότι «η συν-διαβούλευση και η συναπόφαση των πολιτών μπορεί να είναι αποτελεσματικότερη ακόμη και από τις γνώμες των ειδικών». 

Ο Αριστοτέλης φυσικά είχε κατά νου μια μικρή, άμεση δημοκρατία και όχι βέβαια τις σημερινές αντιπροσωπευτικές δημοκρατίες με τα συμπαραμαρτούντα προβλήματα. 

Η προέλευση του όρου ανάγεται στην πολιτική επιστήμη, όπου οι ορισμοί που του έχουν αποδοθεί είναι πολλοί, αλλά ακριβής και αποδεκτός ορισμός δεν υπάρχει. 

Ένας μάλλον ανεκτός ορισμός, ορίζει τη διαβούλευση ως, «μια συνεχή, αμφίδρομη και διαδραστική διαδικασία, που στοχεύει στη αναζήτηση άποψης, ιδέας ή συμβουλής,  με την ανταλλαγή επιχειρημάτων και τέλος συμφωνία - αλλά όχι  απαραιτήτως- για την ανάληψη ενεργειών από κοινού». 

Σε επίπεδο θεσμών, η διαβούλευση είναι μια αμφίδρομη επικοινωνία και κανονιστική διαδικασία ανάμεσα στους φορείς( διαμορφωτές της πολιτικής) και στους πολίτες, (τα υποκείμενα που αφορούν οι πολιτικές), με στόχο οι φορείς να γνωρίσουν τις απόψεις των πολιτών. Η διαβούλευση δεν είναι διαδικασία διαπραγμάτευσης ή συμβιβασμού και κατά συνέπεια δεν έχει κύριο μέλημα να γεφυρώνει διαφορές. Επί της ουσίας είναι εμπειρία μάθησης, μέσα από την οποία δίδεται η ευκαιρία στους συμμετέχοντες να γνωρίσουν και να διαμορφώνουν νέες πτυχές της συλλογικής πραγματικότητας τους, αντί να τις πληροφορούνται εκ των υστέρων από εκείνους, στους οποίους παραχώρησαν το δικαίωμα αυτό. Αν έτσι θεωρήσουμε τη διαβούλευση, τότε αποκτά διπλή υπόσταση. Είναι ταυτόχρονα, μέσο και σκοπός, διεργασία και αποτέλεσμα, εργαλείο και προϊόν.  

Ο θεσμός της διαβούλευσης είναι από παλιά διαδεδομένος στις Αγγλοσαξονικές κυρίως χώρες (Μ. Βρετανία, ΗΠΑ, Καναδάς, Αυστραλία, Ν. Ζηλανδία), των οποίων και αποτελεί βασικό στοιχείο της πολιτικής πρακτικής. Η διαβούλευση στις χώρες αυτές, είναι μια ρυθμιστική διαδικασία που έχει σκοπό και στόχο την διαφάνεια και την αποτελεσματικότητα της διοίκησης, καθώς και την συμμετοχή του κοινού στην διαμόρφωση του πολιτικού γίγνεσθαι.  

Η χώρα μας δυστυχώς δεν διακρίνεται για θεσμοθετημένες διαδικασίες διαβούλευσης όπως άλλες χώρες της Ευρώπης. Είναι γενική η διαπίστωση ότι υπάρχει έλλειμμα διαβουλευτικής κουλτούρας στην ελληνική κοινωνία, παρότι εδώ και δεκαετίες λειτουργούν μεμονωμένες διαδικασίες διαβούλευσης με σχετική επιτυχία όπως το Συμβούλιο Αγροτικής Πολιτικής, το Εθνικό Συμβούλιο Ανταγωνιστικότητας και Ανάπτυξης, το Εθνικό Συμβούλιο Τουρισμού κ.α. 

Στην Ελληνική επικράτεια, η σχέση διαβούλευσης και τοπικής αυτοδιοίκησης είναι  σχεδόν ανύπαρκτη, αν και κάποια βήματα έχουν τελευταία πραγματοποιηθεί, όπως αποδεικνύουν οι καταρτίσεις συμμετοχικών προϋπολογισμών από δήμους της χώρας. 

Στην πλειονότητα των στελεχών της αυτοδιοίκησης, η διαβούλευση γίνεται κατανοητή ως μια μορφή δημόσιου διαλόγου που στοχεύει στην καταγραφή των απόψεων και των θέσεων σε θέματα κοινού ενδιαφέροντος. 

Κύριο μέλημα της διαβούλευσης όπως επισημάνθηκε, δεν είναι να γεφυρώσει διαφορές. Ο σκοπός της διαβούλευσης στον αυτοδιοικητικό χώρο είναι να αλλάξει την παραδοσιακή σχέση, που υπάρχει μεταξύ αυτοδιοικητικών αρχών και δημοτών-πολιτών* και αφορά στη λήψη και εφαρμογή των αποφάσεων. Αλλαγή, που δεν θα απαιτεί την υποχρεωτική αποδοχή των προτάσεων που θα υποβάλλουν οι δημότες-πολίτες, ούτε των λύσεων που θα επιλέγονται από την αυτοδιοικητική αρχή. Αλλαγή, που θα διαμορφώνει πραγματικότητες και πλαίσια δράσεων μέσα από:  

    Την κατανόηση και το σεβασμό των διαφορετικών αντιλήψεων, απόψεων και αναγκών, που συνυπάρχουν σε μια κοινότητα ανθρώπων.
    Την συνειδητοποίηση από πλευράς αυτοδιοικητικών αρχών και δημοτών-πολιτών, της αδυναμίας υιοθέτησης λύσεων, που επιβάλλουν υποχρεώσεις σε άλλους ή στερούν δικαιώματα άλλων.
    Την αξιοποίηση της συλλογικής εμπειρίας, γνώσης και δημιουργικότητας, που υπάρχει στις τοπικές κοινωνίες.   

Τα οφέλη της διαβούλευσης είναι πολλά και σχετίζονται με την ευρύτατη γκάμα των τομέων δραστηριότητας της τοπικής αυτοδιοίκησης. Ενδεικτικά αναφέρονται οι παρακάτω τομείς, που συνιστούν και εκφράζουν την ποιότητα ζωής μιας τοπικής κοινωνίας και μας αφορούν όλους: Προστασία και ανάδειξη φυσικού περιβάλλοντος. Ρυθμιστικά σχέδια και χρήσεις γης. Πρωτοβάθμιες υπηρεσίες υγείας και πρόνοιας. Εκπαίδευση, επαγγελματική κατάρτιση και δια βίου μάθηση. Δράσεις υπέρ της νεολαίας. Ενίσχυση της απασχόλησης και της επιχειρηματικότητας. Πολιτιστικές και αθλητικές δραστηριότητες. Ενίσχυση της κοινωνικής αλληλεγγύης και συνοχής.  Θέματα που αφορούν τους μετανάστες. Θέματα και ζητήματα της καθημερινότητας. Λειτουργία δημοτικών υπηρεσιών. Θέματα ασφάλειας δημοτών κ.α. 

Η απουσία γνώσης και εμπειριών των υπηρεσιών της αυτοδιοίκησης στο θέμα της διαβούλευσης, οι ελλείψεις των απαραίτητων υποδομών, μέσων και εργαλείων υποστήριξης των δράσεων της και το έλλειμμα της διαβουλευτικής μας κουλτούρας, συνιστούν τους κύριους αποτρεπτικούς παράγοντες της εφαρμογής των μεθόδων και τεχνικών της διαβούλευσης όπως:  Αυτο-οργανούμενες συναντήσεις (open space technology), Πάνελ Δημοτών, Κύκλοι  αφηγήσεων, World  cafes, Ηλεκτρονικά fora, Εργαστήρια συναντίληψης και επίλυσης συγκρούσεων κ.α.  

Στη χώρα μας, η μέχρι σήμερα πρακτική εφαρμογής του θεσμού, της διαβούλευσης από το σύνολο σχεδόν των Δήμων, δεν είναι άλλη από:

    Τη διοργάνωση τοπικών συνελεύσεων, στις οποίες οι συμμετέχοντες καλούνται  στην κυριολεξία, να συμβιβαστούν με τις απόψεις και τις θέσεις της αρχής ή του φορέα, που εισηγείται το θέμα ή τα θέματα της συνέλευσης. Κύριο χαρακτηριστικό τους, η πλήρης απαξίωση των απόψεων του κοινού και η αδιαφορία καταγραφής και ανάδειξης των θέσεων ή της βούλησης του.
    Τη διοργάνωση ημερίδων με συμμετοχή εκπροσώπων φορέων και περιορισμένου αριθμού δημοτών-πολιτών. Ημερίδων, που τελειώνουν με την ανακοίνωση ανώφελων κατά κανόνα συμπερασμάτων, τις εθιμοτυπικές ευχαριστίες των οργανωτών στους  ομιλητές και στους παρευρισκομένους, αλλά και πάλι την απαξίωση του κοινού. 

Το έλλειμμα της διαβουλευτικής μας κουλτούρας δεν φαίνεται να καλύπτει ο νέος θεσμός της Δημοτικής και Περιφερειακής Επιτροπής Διαβούλευσης, στον οποίο αναφέρονται  τα άρθρα 76 και 178 του ν. 3852/10 (Σχέδιο Καλλικράτης).
Η θεσμοθέτηση μιας επιτροπής επιλεκτικής σύνθεσης, αντιπροσωπευτικού ρόλου  και συμβουλευτικού λόγου, πόρρω απέχει από το να χαρακτηριστεί θεσμός διαβούλευσης καθώς, μια διαδικασία διαλόγου, που το αντικείμενο του αφορά  σκέψεις, ιδέες και απόψεις του δημότη-πολίτη, που ο ίδιος δεν εκφράζει με την παρουσία του, δεν νοείται διαβούλευση αλλά αντιπροσωπευτική διαπραγμάτευση.  

Ανακριβώς οι εμπνευστές του θεσμού υποστηρίζουν ότι το γνωμοδοτικό εύρος σε συνδυασμό με τον λογοδοτικό χαρακτήρα της δημοτικής επιτροπής διαβούλευσης θα αποφέρουν αποτελέσματα στη λειτουργία, διαφάνεια και αποτελεσματικότητα των ΟΤΑ και στη διαχείριση των τοπικών υποθέσεων. Το ακριβές αντίθετο επιτυγχάνεται. Ο γνωμοδοτικός λόγος, που επικαλούνται υπηρετεί μόνο τις υποκριτικές διαθέσεις των εμπνευστών για δήθεν ενδυνάμωση του λόγου του δημότη-πολίτη στο τοπικό γίγνεσθαι και ο αντιπροσωπευτικός ρόλος τις όψιμες προθέσεις τους, να απαλύνουν  τις συνέπειες της κατάργησης του τοπικού  δημοψηφίσματος. Ενός πανάρχαιου θεσμού άμεσης τοπικής δημοκρατίας, που το πολιτικό κατεστημένο είχε απαξιώσει.    

Αλήθεια..!! ποιόν υπηρετεί η κατ’ επίφαση διαβούλευση, που πραγματώνεται από  την θεσμοθετηθείσα Δημοτική Επιτροπή Διαβούλευσης, επιλεκτικής σύνθεσης αντιπροσωπευτικού  ρόλου και γνωμοδοτικού λόγου, το δημότη που διαβουλεύεται μέσω αντιπροσώπου ή τον εξουσιαστή του, που μάλιστα προεδρεύει και της επιτροπής διαβούλευσης;

Η αυτονόητη απάντηση στο ερώτημα και η απουσία προοπτικής, άμεσης αλλαγής της διαβουλευτικής μας κουλτούρας, επιβάλλει την κατάργηση της Δημοτικής Επιτροπής Διαβούλευσης, στην επικείμενη επαναθεσμοποίηση του σχεδίου «Καλλικράτη» και την κατοχύρωση ως θεσμικού ισοδύναμου της Συλλογικής διαβούλευσης**. Μια διαδικασία ελεύθερης διαλογικής συζήτησης δημοτών-πολιτών , που ανταλλάσσουν απόψεις και σκέψεις, ακούγοντας ο ένας τον άλλο, που μοιράζονται γνώσεις και εμπειρίες για απλά πράγματα, θέτοντας ερωτήματα και διλήμματα, που μέσα από τις διαφορετικές προσωπικές απόψεις μαθαίνουν να επικοινωνούν, να καλύπτουν τα κενά, να στοχάζονται μαζί και να δημιουργούν ένα κοινό τόπο συνεννόησης-δράσης. 

Μια αναβίωση της «Εκκλησίας του Δήμου***» σε ένα σύγχρονο πρότυπο, που θα υλοποιείται με κατοχυρωμένες θεσμικά δομές, δράσεις και σχήματα ενεργούς συμμετοχής του δημότη-πολίτη, που αφορούν:

(1) Τοπικές συνελεύσεις, με τη συμμετοχή των κατοίκων ως χώρος και διαδικασία διαμόρφωσης τοπικών συλλογικών αποφάσεων στο γράμμα και το πνεύμα του αρχαίου «τις  βούλεται αγορεύειν» και όχι στο δόγμα του σήμερα, «αποφασίζουμε και διατάσουμε», με τις στημένες διαδικασίες  και προειλημμένες αποφάσεις, που προβλέπονται στο άρθρο 85 του ν.3852/2010 με τις γνώριμες συνεργασίες ..? των  αυτοδιοικητικών οργάνων.

(2) Συλλογή Υπογραφών, ως μέσον και διαδικασία:  

    Έκφρασης και καταγραφής της τοπικής συλλογικής βούλησης.
     Ανάδειξης και προβολής συλλογικών αιτημάτων δημοτών-πολιτών.
    Διοργάνωσης και υποστήριξης πρωτοβουλιών δημοτών και πολιτών. 

Οι  αποφάσεις για ενεργοποίηση των δομών, δράσεων και σχημάτων ενεργούς συμμετοχής του δημότη-πολίτη, πρέπει να αποτελούν αποκλειστικό δικαίωμα των δημοτών-πολιτών και  υποχρέωση της αυτοδιοικητικής αρχής να είναι αρωγός και συμπαραστάτης.  Η θεσμική κατοχύρωση της ενεργοποίησης των τοπικών συνελεύσεων, διαβουλεύσεων και της διαδικασίας Συλλογής Υπογραφών από τους ίδιους τους δημότες-πολίτες:

    Αναβαθμίζει τον απαξιωμένο ρόλο και λόγο του δημότη στο δημοτικό γίγνεσθαι. Ένας ρόλος που σήμερα περιορίζεται στην παροχή ψήφου την ημέρα των εκλογών και ένας λόγος που εξωτερικεύεται με τις ανεύθυνες συζητήσεις των καφενείων.
    Εξασφαλίζει στους δημότες-πολίτες το δικαίωμα πρωτοβουλιών σε θέματα που τους αφορούν και αναδεικνύει λειτουργία κοινωνίας δημοτών και όχι υπηκόων.
    Αναπτύσσει το αίσθημα ευθύνης στο Δημότη-πολίτη  με την συμμετοχή και  συμβολή του στην λήψη συλλογικών αποφάσεων. Η συμμετοχή του δημότη-πολίτη σε μια τοπική συνέλευση ή διαβούλευση, που θα παίρνει ουσιαστικές και δεσμευτικές αποφάσεις για τον ίδιο και τα παιδιά του, αλλά και η ενυπόγραφη ανάδειξη της βούλησης του, δεν είναι απλά  κοινωνικές εκδηλώσεις, αλλά πράξεις ευθύνης και πρακτική εφαρμογή άμεσης τοπικής δημοκρατίας.  

Όροι, προϋποθέσεις, χρονικοί περιορισμοί και καθορισμός θεμάτων, που θα δικαιολογούν την ενεργοποίηση των δομών, δράσεων και σχημάτων ενεργούς συμμετοχής του δημότη-πολίτη θα αποτρέπουν την κατάχρηση των θεσμικών τομών. 

Όμως, επαναστατική ριζοσπαστική προοδευτικότητα στον αυτοδιοικητικό χώρο, θα αναδείξει αναμφίβολα, η θεσμική τομή, που θα καθιστά δεσμευτικές, για τα αρμόδια όργανα και φορείς, τις αποφάσεις τοπικών συνελεύσεων ή συλλογικών διαβουλεύσεων, που θα λαμβάνονται από το 50%+1 του εκλογικού σώματος τοπικής αυτοδιοικητικής δομής και τις οποίες θα υποστηρίζει και θα βεβαιώνει ανάλογο ποσοστό, επικυρωμένων υπογραφών, από τις προβλεπόμενες επίσημες αρχές (ΚΕΠ και δημόσιες υπηρεσίες).  

Μανώλης Κομπολάκης
τ. Ειδικός Σύμβουλος Νομάρχη

ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΕΙΣ

* Δημότες-Πολίτες: Ο όρος χρησιμοποιείται για να εκφράσει το σύνολο των υποκειμένων εξουσίας της Δημοτικής ή της  Περιφερειακής αυτοδιοίκησης, δεδομένης της διαμονής και παρουσίας ετεροδημοτών ή αλλοδαπών τους οποίους εκφράζει και καλύπτει ο όρος πολίτες.  

**Συλλογική διαβούλευση:  Λεπτομέρειες για το θεσμό παρέχονται στο υπό δημοσιοποίηση  άρθρο, «Θεσμικές  Ριζοσπαστικές παρεμβάσεις Επαναθεσμοποίησης του Σχεδίου «Καλλικράτης».

*** Εκκλησία του δήμου: Σήμερα, είναι πρακτικά δύσκολο να συγκαλείται στις πολυπληθείς κοινωνίες, μια απέραντη εκκλησία του δήμου στο πρότυπο της εκκλησίας των Αθηναίων του 5ου π.Χ. αιώνα. Στην αρχαία Ελλάδα η άμεση δημοκρατία ήταν δυνατόν να λειτουργήσει λόγω του μικρού πληθυσμού και του θεσμού της δουλείας. 

Όμως, μια σύγχρονη Εκκλησία του δήμου, δηλαδή μια τοπική συνέλευση, μπορεί να λειτουργήσει στα διοικητικά όρια των σημερινών δήμων, ή των τοπικών αυτοδιοικητικών δομών, που σε έκταση και πληθυσμό δεν υπερβαίνουν τις πόλεις του 5ου π.Χ. αιώνα. Σήμερα, το διαδίκτυο, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και οι τεχνολογίες επικοινωνιών εξασφαλίζουν τεχνικά την προσωπική επικοινωνία, που θα χρειαστεί στο άμεσο μέλλον, να αναθεωρηθούν ακόμη και οι δημοκρατικοί κανόνες και διαδικασίες στα θέματα, που σχετίζονται με την ανάδειξη της συλλογικής ή ατομικής βούλησης, αλλά και παρέχουν νέους τρόπους  και διαδικασίες διεξαγωγής των διαβουλεύσεων, καθώς και νέες προοπτικές στους θεσμούς, του δημοψηφίσματος, της νομοθετικής πρωτοβουλίας των πολιτών και της ανάκλησης, που ως μέσον έκφρασης και πραγμάτωσης τους, αξιοποιούν την διαδικασία της «Συλλογής Υπογραφών», την οποία έχει προκλητικά απαξιώσει η αντιπροσωπευτική δημοκρατία.
Η αναμενόμενη εξάλλου διαδικασία έκδοσης νέων ταυτοτήτων, παρέχει την ευκαιρία καταγραφής στο ενσωματωμένο τσιπ, των  απαιτούμενων δεδομένων (εκλογική περιφέρει, τμήμα, αποκλειστικός κωδικός ψηφοφόρου, επιλογές, ηλεκτρονική υπογραφή κ.α.) που θα επιτρέπουν σε κάθε δημότη-πολίτη να εκφράζει  ηλεκτρονικά τη βούληση του μέσω ειδικών τερματικών συσκευών της μορφής POS( Point of sale), που θα μπορούν με τη χρήση των νέων ταυτοτήτων, να υποστηρίζουν ανάλογες διαδικασίες.