Συμπληρώνεται ήδη ένας χρόνος από την επιβολή των capital controls και οι συνέπειες, σε συνδυασμό βέβαια με την υπόλοιπη οικονομική πολιτική, συνιστούν την τέλεια καταιγίδα για την ελληνική οικονομία.  Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Ποιοί και γιατί μας επέβαλαν τα capital controls ;  Σύμφωνα με τους κυβερνητικούς ισχυρισμούς, η κακή Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, κατόπιν εντολής των δανειστών μας, προχώρησε στην επιβολή των capital controls για να εκβιάσει την αριστερή ελληνική κυβέρνηση στην διαπραγμάτευση για το νέο ελληνικό πρόγραμμα.

Ωραίος και κομψός ο πολιτικός αυτός ισχυρισμός, απέχει όμως πολύ από την πραγματικότητα. Η ΕΚΤ, και ειδικότερα ο Μάριο Ντράγκι, ακολούθησε μία ιδιαίτερα φιλική πολιτική προς τις ελληνικές τράπεζες καθ’ όλη την διάρκεια της ελληνικής κρίσης, στηρίζοντας τις με τεράστια ρευστότητα. Κατά την κρίση του 2012 η ρευστότητα που χορήγησε στις ελληνικές τράπεζες προσέγγισε τα 100 δις ευρώ, ενώ στην κρίση του 2015 τα υπερέβει και άγγιξε τα 120 δις. Αυτό ήταν περίπου και το όριο, πέραν του οποίου το ελληνικό τραπεζικό σύστημα θεωρείται ότι δεν μπορεί πλέον να λειτουργήσει και οι τράπεζες είναι έτοιμες προς πλήρη και αναντίστρεπτη κατάρρευση. Διότι είναι αδύνατον να λειτουργήσει μία τράπεζα με μηδενικές καταθέσεις.

Οι συνθήκες που δημιουργήθηκαν λοιπόν, με την προκήρυξη του δημοψηφίσματος, οι οποίες οδηγούσαν τον κόσμο σε μαζική απόσυρση καταθέσεων, ανάγκασαν την ΕΚΤ να ζητήσει από την Τράπεζα της Ελλάδος την επιβολή των capital controls και αυτό αφότου το ύψος των καταθέσεων που είχαν απομείνει στις ελληνικές τράπεζες είχε αγγίξει το κόκκινο όριο. Αυτά προς αποκατάσταση της αλήθειας.

Το τίμημα των capital controls για την οικονομία είναι πολύ βαρύ και δεν περιορίζεται στις συνέπειες στον τραπεζικό τομέα. Οι τραπεζικές καταθέσεις έχουν υποστεί μία καθίζηση κατά 40 δις ευρώ, με τα μισά από αυτά να βρίσκονται στα σεντούκια και οι κάτοχοι τους να μην σκέπτονται κατά κανένα τρόπο την επιστροφή τους στο τραπεζικό σύστημα. Η έλλειψη αυτών των χρημάτων από το τραπεζικό σύστημα δημιουργεί συνθήκες ρευστοτικής ασφυξίας στις επιχειρήσεις και αναβάλλει επάπειρον την χρηματοδότηση της ελληνικής οικονομίας.

Είναι εκατοντάδες οι επιχειρήσεις που ενώ βρίσκονταν μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας κατάφερναν με τεράστιες δυσκολίες και σειρά επιδέξιων χειρισμών να παραμείνουν ανοικτές, συντηρώντας παράλληλα ζωντανές αρκετές θέσεις εργασίας.  Η επιβολή όμως των capital controls δημιούργησε μία άκρως αρνητική ψυχολογία στην αγορά, οδήγησε σε καθίζηση την ιδιωτική κατανάλωση και αποστέρησε σημαντικό τζίρο από τις επιχειρήσεις. Σε συνδυασμό δε και με τις συνθήκες  στραγγαλισμού ρευστότητας στο τραπεζικό σύστημα ωθεί σε οριστικό λουκέτο σωρεία επιχειρήσεων.   

Δεν πρέπει όμως να λησμονούμαι την τελευταία ανακεφαλαιοποίηση των ελληνικών τραπεζών. Μία ανακεφαλαιοποίηση η οποία θα μπορούσε να έχει αποφευχθεί εάν δεν είχαν επιβληθεί τα capital controls. Η ανακεφαλαιοποίηση αυτή έγινε με την  διαδικασία του κατεπείγοντος και επεβλήθησαν πλήρως οι όροι των ξένων funds, τα οποία απαίτησαν να πάρουν τις μετοχές των  ελληνικών τραπεζών σε εξευτελιστικές τιμές, μηδενίζοντας οριστικά και αμετάκλητα την αξία των παλαιών μετόχων. Μόνο που εκτός από τους διάφορους έλληνες μικρομετόχους, οι οποίοι είδαν για μία ακόμη φορά την περιουσία τους να εξανεμίζεται, μεγάλος χαμένος ήταν το ελληνικό δημόσιο που είδε να χάνεται μία αξία 22 δις ευρώ. Αν αυτό δεν αποτελεί το μεγαλύτερο (μέχρι στιγμής τουλάχιστον) οικονομικό σκάνδαλο των μνημονιακών χρόνων, τότε ποιό είναι ;

Πολλοί αναρωτιούνται πότε θα αρθούν τα capital controls. Ο διάφοροι κυβερνητικοί παράγοντες συνεχίζουν να μας κοροϊδεύουν σε αυτό το ζήτημα με συνεχείς κυλιόμενες ημερομηνίες. Πότε μας λένε σε λίγους μήνες, πότε μέχρι το τέλος του χρόνου και πότε το αφήνουν σε ανοικτού τέλους απάντηση (όταν επιστρέψουν οι καταθέσεις).  Την απάντηση μπορεί να την δώσει ο καθένας μας μόνος του απαντώντας το εξής απλό ερώτημα. Εάν αύριο γινόταν άρση των capital controls θα επέστρεφες τις καταθέσεις σου στις ελληνικές τράπεζες ή θα πήγαινες να σηκώσεις και τα υπόλοιπα χρήματα που έχουν μείνει εντός τραπεζικού συστήματος. Όταν η απάντηση στο ερώτημα αυτό θα τείνει συντριπτικά προς την επιστροφή των καταθέσεων, τότε θα έχει αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη στην ελληνική οικονομία και θα είναι ώριμες οι συνθήκες για την άρση των capital controls. Προς το παρόν απέχουμε πάρα πολύ από εκείνη την ημέρα.