Το Brexit  αφού αιφνιδίασε την παγκόσμια επενδυτική κοινότητα, αύξησε σημαντικά την νευρικότητα στις αγορές και έφερε ξανά στην επιφάνεια χρόνια προβλήματα της ευρωπαϊκής οικονομίας. Η οικονομία που ταλαιπωρείται με αναιμικούς ρυθμούς ανάπτυξης, από την είσοδο της στο κοινό ευρωπαϊκό νόμισμα, είναι αδιαμφισβήτητα η Ιταλική. 

Η Ιταλία αποτελεί σήμερα την τέταρτη σε μέγεθος οικονομία της Ευρώπης, παράλληλα είναι όμως μία από τις πιο αδύναμες. Το ΑΕΠ της ανέρχεται σε € 1650 δις , με το δημόσιο χρέος να αγγίζει πλέον το 135% του ΑΕΠ και την ανεργία το 11.5% , με την ανεργία των νέων στο 36.5%. Η ιταλική οικονομία κυριαρχείται από στασιμότητα, πρακτικές υπερρύθμισης και αδύναμη παραγωγικότητα. Οι πολιτικές ποσοτικής χαλάρωσης που υιοθετήθηκαν από τον ιταλικής καταγωγής κεντρικό τραπεζίτη της Ευρώπης, Μάριο Ντράγκι, βοήθησαν να σκεπαστεί το πρόβλημα, όχι όμως και να επιλυθεί.

Το Brexit ξύπνησε τις ανησυχίες για νέα οικονομική ύφεση στην Ευρώπη. Η αναμενόμενη, λόγω Brexit, οικονομική επιβράδυνση θα ασκήσει πίεση στον κλάδο των τραπεζών αφενός μέσω της αύξησης των μη εξυπηρετούμενων δανείων και αφετέρου μέσω της μείωσης της κερδοφορίας των τραπεζών ως αποτέλεσμα της ακολουθούμενης πολιτικής αρνητικών επιτοκίων από την ΕΚΤ. 

Ο αδύναμος κρίκος στον ευρωπαϊκό τραπεζικό κλάδο είναι σήμερα οι ιταλικές τράπεζες. Τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια των ιταλικών τραπεζών ανέρχονται ήδη σε € 360 δις, ποσό που αντιστοιχεί στο 20% περίπου του ΑΕΠ. Από αυτά έχουν ληφθεί προβλέψεις μόνο για το 45%.  Θλιβερή είναι και η εικόνα που διαμορφώνεται στην αρχαιότερη τράπεζα στον κόσμο την Monte dei Paschi di Siena, η οποία αντιμετωπίζει πρόβλημα φερεγγυότητας και έχει ανάγκη άμεση ένεση με νέα κεφάλαια.

Οι επενδυτές αποχωρούν βίαια από τις ιταλικές τράπεζες και οι τιμές τους έχουν υποχωρήσει πάνω από 50% τις τελευταίες εβδομάδες. Οι χρηματιστηριακές αποτιμήσεις τους δε κυμαίνονται κοντά στο ένα πέμπτο της λογιστικής τους αξίας.  Οι αγορές για να ηρεμήσουν απαιτούν άμεση κεφαλαιακή ενίσχυση των τραπεζών με κρατικά κυρίως κεφάλαια, δηλαδή ουσιαστικά την χρήση πρακτικών διάσωσης (bailout).

Η ψηφισμένη νομοθεσία, η οποία ισχύει και για τις ελληνικές τράπεζες από 12/1/2016, περί εξυγίανσης προβληματικών τραπεζών προβλέπει την εκ των έσω διάσωση, με κεφάλαια των μετόχων, των ομολογιούχων δανειστών και ως έσχατη λύση των καταθετών της προβληματικής τράπεζας. Σε κάθε περίπτωση πάντως αποκλείονται οι φορολογούμενοι συνεπώς και η διάσωση με κρατικά κεφάλαια. Επειδή η προσέλκυση ιδιωτικών κεφαλαίων είναι δύσκολη υπόθεση σε τέτοιες καταστάσεις, η προβλεπόμενη οδός είναι  η μετατροπή των ομολογιούχων δανειστών της τράπεζας (με ή χωρίς κούρεμα στην ονομαστική αξία)  σε μετόχους και εφόσον αυτό δεν επαρκεί η κεφαλαιακή ενίσχυση της προβληματικής τράπεζας υλοποιείται με κούρεμα καταθέσεων.

Η εφαρμογή αυτής της διαδικασίας για τις ιταλικές τράπεζες είναι ιδιαίτερα προβληματική αφού ένα μεγάλο μέρος των τραπεζικών ομολόγων διακρατείται από ιδιώτες μικροεπενδυτές. Το εκτιμώμενο ύψος ανέρχεται σε € 200 δις  και αφορά τις αποταμιεύσεις μιας ζωής αρκετών ιταλικών σπιτιών. Ενδεικτικό του κλίματος είναι η αυτοκτονία ιταλού μικροεπενδυτή πέρυσι όταν κουρεύτηκαν τα ομόλογα τεσσάρων μικρών ιταλικών τραπεζών. 

Ο ιταλός πρωθυπουργός βρίσκεται σε πολύ δύσκολη θέση. Εάν εφαρμόσει τις κοινοτικές οδηγίες θα πυροδοτήσει ένα ντόμινο αντιδράσεων στη χώρα του, ενισχύοντας τον ευρωσκεπτικισμό και στέλνοντας πιο κοντά στην εξουσία το εθνικιστικό μέτωπο του Γκρίλλο.  Είναι μάλιστα  κοντά το δημοψήφισμα του Οκτωβρίου για την συνταγματική αναθεώρηση όπου εφόσον εκφραστεί η λαϊκή δυσαρέσκεια θα μπορούσε να οδηγήσει σε πρόωρες εκλογές.

Σε κάθε άλλη περίπτωση εφόσον δεν βρεθούν κεφάλαια για την έγκαιρη ανακεφαλαιοποίηση των ιταλικών τραπεζών, θα μπορούσαμε να οδηγηθούμε σε μία απρόβλεπτων διαστάσεων νέα χρηματοοικονομική κρίση. 

Η εξίσωση περιπλέκεται ακόμα περισσότερο από τις επερχόμενες γερμανικές εκλογές το 2017. Ενόψει των εκλογών  οι γερμανοί   αφορίζουν κάθε σκέψη για ελαστικοποίηση των κανόνων που θα δημιουργούσε υπόνοιες για αύξηση του λογαριασμού που θα κληθεί να πληρώσει ο γερμανός φορολογούμενος.

Οι εξελίξεις θα είναι ραγδαίες τις επόμενες εβδομάδες καθώς οι αγορές θα συνεχίσουν με τον τρόπο τους να πιέζουν για άμεσες λύσεις.  Ένα ακόμα σκληρό τεστ αντοχής για το ευρώ και την ευρωζώνη είναι μπροστά μας.