Η αγροτική οικονομία βασίζεται στη γη.

Η βιομηχανική οικονομία βασίζεται σε φυσικούς πόρους όπως ο άνθρακας ή ο σίδηρος, το κεφάλαιο και η εργασία.

Στην οικονομία της γνώσης, ο κύριος πλουτοπαραγωγικός πόρος είναι αυτή καθαυτή η γνώση.

 Στην αυγή του εικοστού πρώτου αιώνα, αυτή είναι η οικονομία που αναπτύσσεται, η οικονομία βασισμένη στη γνώση και στην σωστή διαχείρισή της. Προφανώς, η γνώση έπαιξε και παίζει σημαντικό ρόλο τόσο στην αγροτική όσο και στην βιομηχανική οικονομία. Αλλά σήμερα, ο βαθμός ενσωμάτωσης της γνώσης και της πληροφορίας στην οικονομική δραστηριότητα είναι τόσο μεγάλος που δημιουργεί τεράστιες δομικές και ποιοτικές αλλαγές στην οικονομία και αλλάζει την βάση του ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος. Αυτή η νέα οικονομία, σε συνδυασμό με την παγκοσμιοποίηση (η οποία αναπτύσσεται και αυτή με βάση τη γνώση), καθοδηγείται από την άρση εθνικών και διεθνών εμπορικών φραγμών, και βέβαια από την επανάσταση στις τηλεπικοινωνίες.

Ενώ με την πιο πάνω εισαγωγή θα έβγαζε κανείς το συμπέρασμα ότι σε αυτή την μορφή της οικονομίας που αναπτύσσεται, ο περιφερειακός χαρακτήρας της θα αποδυναμωθεί, αυτός ο συλλογισμός εύκολα ανατρέπεται αν κανείς αναζητήσει τις πηγές παραγωγής της γνώσης. Ποιες είναι αυτές οι πηγές? Στην κλασσική βιομηχανική οικονομία, η ενσωμάτωση γνώσης και τεχνολογίας, παραδοσιακά γινόταν και συνεχίζει ως ένα βαθμό να γίνεται από τμήματα έρευνας και ανάπτυξης των ιδίων των εταιρειών.

Στην οικονομία της γνώσης όπου η ταχύτητα παραγωγής της γνώσης αποτελεί καίριο ανταγωνιστικό παράγοντα, τα εν πολλοίς γραφειοκρατικά οργανωμένα τμήματα έρευνας και ανάπτυξης κλείνουν και οι βιομηχανίες συνάπτουν στρατηγικές συμμαχίες με ερευνητικά κέντρα, πανεπιστήμια ή ακόμα και με μικρές εταιρείες που έχουν ιδρυθεί με μοναδικό σκοπό την παραγωγή γνώσης. Επομένως, η καινοτομία δεν είναι πλέον προϊόν της βιομηχανίας αλλά αποτέλεσμα πολλαπλών αλληλεπιδράσεων μεταξύ βιομηχανίας και φορέων παραγωγής γνώσης.

Επιπρόσθετα, η παγκοσμιοποίηση αποτελεί ένα μικροοικονομικό φαινόμενο, το οποίο καθοδηγείται από τις στρατηγικές και την συμπεριφορά των εταιρειών και τα συγκριτικά πλεονεκτήματά του δεν θα έπρεπε να καθορίζονται από τον γεωγραφικό χώρο. Παρόλα αυτά, παρατηρείται μια γεωγραφική συγκέντρωση εταιρειών της νέας οικονομίας η οποία είναι αντίστοιχη της γεωγραφικής συγκέντρωσης φορέων παραγωγής γνώσης.

Από αυτή την συνοπτική ανάλυση εύκολα προκύπτει και ο τοπικός περιφερειακός ρόλος για την ανάπτυξη αυτής της οικονομίας. Αυτός προφανώς έχει να κάνει με την ανάπτυξη ιδρυμάτων παραγωγής πρωτογενούς γνώσης η οποία θα προσελκύσει εταιρίες που δραστηριοποιούνται στην οικονομία της γνώσης, γεγονός που προφανώς θα συνεισφέρει στην τοπική οικονομική ανάπτυξη.

 Η Κρήτη και ειδικά το Ηράκλειο, έχει αρχίσει εδώ και αρκετά χρόνια να διαμορφώνει αυτόν τον χαρακτήρα που αν αξιοποιηθεί και στηριχθεί κατάλληλα και από τους ερευνητικούς φορείς αλλά και από την τοπική και εθνική διοίκηση θα μπορούσε να εντάξει την Κρήτη στο χάρτη των περιοχών συσσώρευσης δραστηριοτήτων στην οικονομία της γνώσης. Αυτή θα είναι και η πλέον φιλόδοξη συνεισφορά των ερευνητικών φορέων του Ηρακλείου και πιστεύω απόλυτα ότι, έστω κι αν ακούγεται φιλόδοξο, προς αυτό θα πρέπει να επικεντρωθούν οι προσπάθειές μας. Ας μην ξεχνάμε ότι πριν τριάντα χρόνια το ίδιο φιλόδοξη και απίθανη φάνταζε η δημιουργία στο Ηράκλειο ενός ερευνητικού κέντρου αριστείας. Σήμερα, το Ι.Τ.Ε. και τα Ινστιτούτα του βρίσκονται στην πρωτοπορία παραγωγής γνώσης παγκοσμίως. Γιατί λοιπόν αυτή η γνώση να μην αποτελέσει το εργαλείο για την ανάπτυξη της οικονομίας τόσο σε τοπικό όσο και σε διεθνές επίπεδο, πράγμα που το επιβάλλει πλέον η παγκοσμιοποίηση

Πέρα από αυτούς τους στόχους, που όπως προαναφέρθηκε είναι και οι πλέον σημαντικοί, θα ήταν σκόπιμο να πω και δυο λόγια για άλλες, ίσως πιο άμεσες συνέπειες στην τοπική ανάπτυξη που προσφέρει η λειτουργία ερευνητικών και εκπαιδευτικών ιδρυμάτων στην Κρήτη.

 Σημαντικό είναι το γεγονός ότι με την ανάπτυξη ερευνητικών δραστηριοτήτων αιχμής, εισάγονται άμεσα αντίστοιχες τεχνολογίες αιχμής, οι οποίες διαχέονται γρήγορα στην τοπική κοινωνία και οικονομία κυρίως υπό μορφή καταρτισμένου ανθρώπινου δυναμικού αλλά και με τη μορφή εφαρμογών κυρίως στον τομέα των τεχνολογιών πληροφορικής.

 Τέλος, η ύπαρξη διεθνώς αναγνωρισμένων ερευνητικών κέντρων δημιουργεί τις προϋποθέσεις εγκατάστασης και άλλων οργανισμών ή φορέων που χρειάζονται την συνάφεια με κέντρα παραγωγής γνώσης, η εγκατάσταση των οποίων συμβάλλει στην τοπική κοινωνική και οικονομική ανάπτυξη.

 Το  παράδειγμα της εγκατάστασης του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Ασφάλειας Δικτύων και Τηλεπικοινωνιών (ENISA), αποτελεί την καλύτερη επιβεβαίωση των παραπάνω και έλπίζουμε  ότι αυτή η τάση θα συνεχιστεί ,παρά το ότι ,δημοσιογραφικές πληροφορίες μας προειδοποιούν για  τον υπαρκτό κίνδυνο μεταφοράς του Οργανισμού από το νησί μας ,ενώ δεν παρατηρείται η απαιτούμενη αντίδραση ,από τους τοπικούς φορείς , ώστε να αποτραπεί ,έγκαιρα ,μια τέτοια δυσμενής εξέλιξη .

Στην σημερινή παγκοσμιοποιημένη οικονομία η ανάπτυξη των κοινωνιών βασίζεται στην γνώση και την αξιοποίηση της.

 Επιπρόσθετα, η γνώση και η επιστημονική δραστηριότητα είναι στοιχεία πολιτισμού. Θεωρούμε το τελευταίο εξίσου, αν όχι και περισσότερο σημαντικό, στοιχείο συνεισφοράς της επιστημονικής δραστηριότητας στην ανάπτυξη των τοπικών κοινωνιών. Συμβαίνει όμως αυτό;

 Δυστυχώς στα τριάντα, περίπου, χρόνια της ύπαρξης επιστημονικής έρευνας  στην Κρήτη  ελάχιστα  είναι τα δείγματα  διάχυσης της επιστημονικής δραστηριότητας και των αποτελεσμάτων αυτής προς την τοπική κοινωνία.

 Θα πρέπει να δουλέψουν  σκληρά προς την κατεύθυνση αυτή  οι ερευνητές καταπολεμώντας την εσωστρέφειά , αλλά και οι κοινωνικοί φορείς να δημιουργήσουμε το κατάλληλο πλαίσιο προκειμένου να γίνει κτήμα του ευρύτερου κοινού η επιστημονική γνώση και ο πολιτισμός που αυτή συνεπάγεται.