Με αφορμή τη συζήτηση στη Βουλή για τον νέο εκλογικό νόμο που προτείνει η Κυβέρνηση Τσίπρα-Καμμένου, ανοίγει ξανά η συζήτηση για την ανάγκη επανασύστασης του πολιτικού συστήματος της χώρας.

 Πολλοί αναφέρονται, και όχι λαθεμένα, στην ανάγκη επανατοποθέτησης του πολιτικού συστήματος της χώρας στην μετά-Μεταπολιτευτική περίοδο. Με βάση το παρελθόν αλλά και τι νέες ανάγκες, γίνεται λόγος όλο και περισσότερο, για την ανάγκη επανακαθορισμού των πολιτικών σχηματισμών και των διαδικασιών εκείνων που θα ορίζουν το νέο πολιτικό σύστημα της χώρας τα επόμενα χρόνια.

Με τα σύγχρονα πολιτικά δεδομένα, ανοίγει λοιπόν η συζήτηση για το αν το πολιτικό σκηνικό της χώρας θα είναι δικομματικό ή πολυκομματικό, πολυδιασπασμένο ή συμπαγές, ελληνοκεντρικό ή ευρωπαικοκεντρικό, προσωποπαγές ή πολυδύναμο. Και ακούγονται πολλές απόψεις επι όλων αυτών τον θεμάτων.

Ελάχιστοι όμως ανοίγουν το θέμα που πρέπει να προϋφίσταται, πρίν την γενική εικόνα. Ποια κόμματα, ποιοι πολιτικοί σχηματισμοί θα αποτελούν αυτό το νέο πολιτικό σκηνικό; Τι θα εκφράζουν, πώς θα τοποθετούνται στα παραπάνω ερωτήματα, πώς θα απευθύνονται στη κοινωνία και πώς θα λειτουργούν. Μπορούν τα κόμματα που δημιουργήθηκαν, ανδρώθηκαν και ουσιαστικά έζησαν μαζί με τη μεταπολίτευση να ζήσουν και στην επόμενη περίοδο της χώρας, που όπως φαίνεται, πολιτικά, δεν θα έχει καμία σχέση με το παρελθόν; Και αν μπορούν, ποιες είναι εκείνες οι αλλαγές που πρέπει να τολμήσουν μέσα στους ίδιους τους οργανισμούς τους για να μπορέσουν να αντιπροσωπεύσουν ξανά τους πολίτες, που τώρα φαίνεται να αποστρέφονται και τη πολιτική διαδικασία αλλά και την έκφρασή της, μέσα από τα πολιτικά κόμματα.

Είναι δεδομένο πως η εποχή του σκληρού δικομματισμού της Μεταπολίτευσης έχει παρέλθει. Θα περάσουν αρκετά χρόνια πρίν επιστρέψουμε στο μοντέλο αυτό. Η κοινωνία πλέον θέλει να εκφράζεται περισσότερο αναλυτικά. Ενεργοποιώντας ένα έμφυτο ένστικτο αυτοσυντήρησης, αρνείται να επιτρέψει σε κόμματα να επανιδρύσουν άμεσα νέο δικομματισμό. Το δείχνει σε κάθε ευκαιρία έκφρασής της.

Επίσης δεδομένο είναι πως οι πολίτες αποστρέφονται τα κόμματα ως οργανισμούς. Παλιά και νέα. Πρώην ισχυρά και νεότευκτα. Δεν πείθονται να συμμετάσχουν σε κομματικές διαδικασίες. Απέχουν από σκληρές εσωστρεφείς διαδικασίες αυτοψυχανάλυσης και αυτοεπιβεβαίωσης. Δείχνουν με κάθε τρόπο πως δεν μπορούν αν εκφράσουν τις ανάγκες τους μέσα από παλιά μοντέλα. Μοντέλα που λειτούργησαν επί πολλά χρόνια στα παλιότερα ισχυρά κόμματα, αλλά αρνούνται να ενταχθούν λειτουργικά ακόμα και στα νέοεμφανιζόμενα με δήθεν δυναμική, κόμματα. Γιατί ακόμα και στα νέα κόμματα, ή στα νέα ισχυρά κόμματα, οι πολίτες δεν συμμετέχουν. Δεν παίρνουν μέρος ενεργά. Όποιος δεν βλέπει αυτή την άρνηση των πολιτών, απλά εθελοτυφλεί, κολλημένος σε ένα ξεπερασμένο σύστημα, άλλων εποχών και άλλων διαδικασιών.

Οι πολίτες δεν συνεγείρονται ούτε από τα πολιτικά επιχειρήματα των κομμάτων, ούτε και από τη λειτουργία τους. Και αν για τα ιδεολογικά βάθρα των πολιτικών σχηματισμών μπορούν να ειπωθούν πολλά, στο θέμα της λειτουργίας των κομμάτων πρέπει να γίνουν πολλά περισσότερα.

Στη μετά-Μεταπολιτευτική περίοδο της χώρας, σε μια εποχή υψηλών πολιτικών ταχυτήτων, άμεσης ενημέρωσης και στιγμιαίας απόφασης, δεν μπορούν να λειτουργούν κόμματα αποκομμένα από τους πολίτες-μέλη τους. Δεν γίνεται κοινωνικά αποδεκτό το παλιό μοντέλο της καθοδήγησης και της κομματικής γραμμής, ούτε του αρχηγικού θέσφατου. Οι πολίτες θέλουν να έχουν τη δυνατότητα να εκφράζονται όλο και περισσότερο. Μέσα από τα σύγχρονα μέσα που η εποχή μας πλέον διαθέτει.

Τα πολιτικά κόμματα που θα βρίσκονται στο τραπέζι της πολιτικής διαδικασίας θα πρέπει να αλλάξουν τους όρους συμμετοχής των πολιτών σε αυτά, προκειμένου να τους επιτρέψουν τη συμμετοχή τους. Οι πολίτες πλέον είναι πολύ περισσότερο ενημερωμένοι, καλύτερα καταρτισμένοι και βαθύτερα καλλιεργημένοι. Η κοινωνία εξελίχθηκε προς τα εμπρός, και αυτό είναι σίγουρα ένα κέρδος της Μεταπολίτευσης, που κάποιοι θέλουν να διαγράψουν με μονοκοντυλιά. Αυτό θα πρέπει να εκμεταλλευτούν οι πολιτικοί οργανισμοί, παλιοί ή νέοι, αν θέλουν να επανασυστήσουν τη κομματική τους βάση. Μια βάση όμως με πολύ διαφορετικά χαρακτηριστικά από τους παλιούς κομματικούς στρατούς, όπως τους γνωρίσαμε τα τελευταία 40 χρόνια.

Την επόμενη μέρα δεν νοούνται πολιτικά κόμματα χωρίς δυνατότητα έκφρασης γνώμης για βασικές θέσεις του κόμματός τους. Τα μέλη των κομμάτων θα πρέπει να μπορούν να τοποθετηθούν για τις πολιτικές απόψεις του κόμματός τους. Είναι η ώρα να θεσπιστούν οι εσωκομματικές εκείνες διαδικασίες που θα επιτρέπουν σε κάθε μέλος να πάρει θέση. Οι τεχνολογικές δυνατότητες υφίστανται.

Την επόμενη μέρα δεν θα δύναται να υπάρχουν κόμματα με μέλη-φαντάσματα ή μέλη της μίας ημέρας. Θα πρέπει να είναι πραγματικοί οργανισμοί, υπαρκτοί σε κάθε περιοχή, με συγκεκριμένα μέλη, πραγματικά και συμμετέχοντα. Τα μέλη αυτά θα μπορούν με τις κατάλληλες διαδικασίες να συμμετέχουν στη λήψη αποφάσεων των κομμάτων με όσο γίνεται αναλογικότερο τρόπο. Θα είναι οικονομικώς τακτοποιημένα, για να μπορούν με αυτό τον τρόπο να καλύπτουν και τις οικονομικές ανάγκες των οργανισμών τους. Θα είναι μέλη με συμμετοχή στα τοπικά δρώμενα και προβλήματα. Με διαρκή τοποθέτηση και κατάθεση προβληματισμών.

Στο άμεσο μέλλον, οι πολιτικοί οργανισμοί θα πρέπει να ξεφύγουν από το αρχηγικό θέσφατο ή την απόφαση των εκλεκτών και να περάσουν στη συλλογική έκφραση. Σαφώς θα υπάρχουν οι γενικές γραμμές, τα όρια μέσα στα οποία κινείται ένα πολιτικό κόμμα, που θα χαράζονται από πριν, και μέσα στις οποίες θα εντάσσεται ο πολίτης. Αλλά ο πολίτης πλέον διεκδικεί για να συμμετάσχει. Θέλει να αισθάνεται μέρος τους λύσης και όχι μόνο μεγάφωνο της άποψης άλλων.

Τώρα, σύντομα, τα πολιτικά κόμματα θα πρέπει να συμμετέχουν και σε κοινωνικές δράσεις. Οι πολίτες νιώθουν την ανάγκη να βοηθήσουν. Να συμμετάσχουν. Να συνδράμουν στα προβλήματα των κοινωνιών. Οι εποχές των κομματικών μηχανισμών διορισμών παρήλθε. Οι Οργανώσεις πρέπει να είναι κοινωνικά προβληματισμένες και με θέση. Να είναι συνεχώς τοποθετούμενες στα τοπικά προβλήματα.

Σαφέστατα, ένα κόμμα που λειτουργεί με βυζαντινισμούς τη σύγχρονη εποχή της αποπολιτικοποίησης δεν αποτελεί πόλο έλξης για τους πολίτες, ακόμα και για αυτούς που θέλουν να συμμετάσχουν. Θα πρέπει λοιπόν να χαραχθούν εκείνες οι διαδικασίες που θα κάνουν όσο γίνεται πιο καθαρό το εσωκομματικό παιχνίδι.

Τα κόμματα της επόμενης μέρας, νέα ή παλιά, θα πρέπει να προχωρήσουν και στη ταχύτατη ανανέωσή τους. Με ανθρώπους της νέας γενιάς. Με πολίτες από τη πιο πλούσια σε γνώση, πληροφόρηση και εξειδίκευση γενιά από κάθε άλλη νέα γενιά που παρήγαγε ποτέ αυτή η χώρα. Η χώρα της επόμενης μέρας δεν μπορεί να σχεδιαστεί μόνο με προτεινόμενες λύσεις από ανθρώπους που χάραξαν και το προηγούμενο μοντέλο της. Θα πρέπει από τους πολιτικούς σχηματισμούς, να δοθεί ο χώρος και ο χρόνος στους νέους να ενταχθούν, να τοποθετηθούν και να προτείνουν. Έχουν τα καταλληλότερα εφόδια.

Και τελευταίο βέβαια, αλλά σημαντικότερο, όλα τα κόμματα της επόμενης μέρας, παλιά ή νέα είναι αδιάφορο, θα πρέπει να ακολουθήσουν τον βηματισμό των σύγχρονων αναγκών της χώρας. Να προτείνουν λύσεις που θα αφορούν στα σημερινά προβλήματα της χώρας και να μην κάνουν αναφορές σε παλιούς παραδείσους ή αποτυχημένα μοντέλα. Οι πολίτες πλέον δεν αρκούνται στο αναμάσημα της παλιάς καραμέλας. Θέλουν κάτι άλλο. Κάτι στοχοθετημένο. Κάτι συγκεκριμένα ορισμένο και απτό. Δεν καλύπτονται με γενικές φράσεις αλλά ζητούν το αποτέλεσμα κάθε πρότασης. Και αυτό θα πρέπει να υπάρχει σε κάθε πρόταση που θα εκφέρεται στη σύγχρονη πολιτική εποχή.

Στο ερώτημα του τίτλου λοιπόν, η απάντηση είναι απλή. Μπορούν τα παλιά κόμματα να πραγματοποιήσουν τις αλλαγές που χρειάζονται για το νεό πολιτικό σύστημα που απαιτείται; Αν ναι, η απάντηση στο ερώτημα είναι θετική. Αν δεν μπορούν για διάφορους λόγους, τότε νομοτελειακά, θα οδηγηθούν στην αποψίλωση και τον κοινωνικό παραγκωνισμό. Θα αποτελούν μικρόκοσμους, διαφορετικούς από τις πραγματικές ανάγκες των πολιτών. Όσο ταχύτερα γίνει κατανοητό, τόσο καλύτερη θα είναι η προσαρμογή του συνολικού πολιτικού σκηνικού στη νέα μετά-Μεταπολιτευτική Ελλάδα.

O Γιάννης Λίτινας είναι πολιτικός μηχανικός