Συχνές είναι οι αναφορές στην αναγκαιότητα διακυβέρνησης της χώρας από τα αντιπολιτευόμενα κόμματα της μεταπολίτευσης, ιδίως από εκείνα που πρωτοστάτησαν στις αναταραχές των δύο πρώτων μνημονίων. Η ανάληψη της διακυβέρνησης της χώρας από κόμματα που ακόμα κι αν δεν ενορχήστρωναν, δικαιολογούσαν πολιτικά αήθεις επιθέσεις εναντίον πολιτικών τους αντιπάλων με σκοπό την ματαίωση των αναγκαίων μεταρρυθμίσεων για την ανύψωση της χώρας στα ευρωπαϊκά δεδομένα, μοιραία θα έφερνε τους τυφλά φωνασκούντες και μηδέποτε προτείνοντας λύσεις, προ των ευθυνών τους. Η σημειολογία του θέματος είναι σημαντική, διότι ο λαός παρασύρεται, αλλά και παραδειγματίζεται.

Παρασύρεται από τους λαϊκιστές, αλλά και παραδειγματίζεται καθώς διαπιστώνει το αυταπόδεικτο του πράγματος. Καθώς το τελικό ερώτημα είναι μέσα ή έξω από την Ευρώπη, η συντριπτική πλειοψηφία αντιλαμβανόμενη τα τεράστια οφέλη της συμμετοχής, επιθυμεί την παραμονή. Οι φωνές μειοψηφίας θα περιθωριοποιούνται, ενώ ανεξάρτητα ρητορικής η σύγκλιση θα μεγαλώνει, μαζί με την ηπιότητα του δημοσίου διαλόγου. Το πόσο κοντά είναι η ανταλλαγή κοσμητικών όπως «προδότης», «προσκυνημένος» και «γερμανοτσολιάς» με τα λαϊκά δικαστήρια ή και  τον εμφύλιο, το βλέπουμε τις ημέρες αυτές στην Τουρκία.

Από αυτή τη σκοπιά παρατηρώντας τα πράγματα, αναμφίβολα θετικές, για την εμπέδωση του ρεαλισμού και την αποτροπή καλλιέργειας νέων μαξιμαλιστικών πλην ανεδαφικών προσδοκιών, κρίνονται οι δηλώσεις τόσο του πρωθυπουργού κ. Τσίπρα για αυταπάτες που κυριαρχούσαν στον ΣΥΡΙΖΑ τον καιρό που βρίσκονταν στην αντιπολίτευση, όσο και αυτή του αρμόδιου υπουργού για θέματα Μεταναστευτικής Πολιτικής. Ειδικά η για πρώτη φορά ξεκάθαρη έκφραση συγνώμης του κ. Μουζάλα στον τότε υπουργό Δημόσιας Τάξης κ. Δένδια επειδή διαδήλωνε εναντίων του χωρίς να έχει πλήρη εικόνα των δεδομένων και των συνακόλουθων δυσχερειών, είναι κατά τη γνώμη μου μια πραγματικά ευρωπαϊκού τύπου έναρξη δημόσιου διαλόγου. Γιατί όπως όσοι ασχολούνται με την αγορά γνωρίζουν ο ευτελισμός των αντιπάλων οδηγεί σε ευτελισμό του ανταγωνισμού και τελικά σε ευτελισμό του προϊόντος ή της υπηρεσίας, κάτι που έχει αντίκτυπο σε όλους τους συμμετέχοντες. Στην περίπτωση μας «υπηρεσία» είναι η ίδια η δημοκρατία.

Η διαδικασία αυτή φυσικά δεν θα γίνει χωρίς πισωγυρίσματα, όπως αυτά που δυστυχώς συμβαίνουν στον ευαίσθητο χώρο της παιδείας. Μετά τη ρητορική κατά της αριστείας είχαμε και την έμπρακτη εφαρμογή της, όχι τόσο με τα οπωσδήποτε στερούμενα σοβαρότητας για αντικατάσταση της βαθμολογίας με… περιγραφή, αλλά για πρόσβαση στις υποτροφίες του ΙΚΥ των φοιτητών του 6,5.

Η καθιέρωση των υποτροφιών σκοπό έχει τη δυνατότητα απαιτητικών (και κοστοβόρων) σπουδών από οικονομικά αδύνατους μαθητές με διπλό σκοπό: πρώτον την εξέλιξη της επιστήμης και δεύτερον της κοινωνικής δικαιοσύνης. Με δεδομένο το πεπερασμένο (και συνεχώς μειούμενο) κονδύλι για υποτροφίες, μοιραία τα άριστα πλην οικονομικά αδύναμα παιδιά θα έχουν λιγότερες ευκαιρίες. Όπως το είχε εκφράσει ο Αριστοτέλης, «Δεν υπάρχει τίποτα πιο άνισο από την ίση μεταχείριση των ανίσων».