Κυριάρχησε την εβδομάδα, που μόλις πέρασε, η συζήτηση για το νέο εκλογικό νομοσχέδιο. Μέσα και έξω από τη Βουλή. Δυστυχώς, η συζήτηση δεν ήταν ουσιαστική. Άξονας της κυβερνητικής πρότασης και λογικής: η απλή αναλογική είναι πάγιο ηθικό αίτημα της «ηθικά προνομιούχου» Αριστεράς. Η βασική αντίδραση των κομμάτων της αντιπολίτευσης: Το νομοσχέδιο αφενός εξυπηρετεί επικοινωνιακές ανάγκες της κυβέρνησης και αφετέρου ενισχύει το ρόλο του δεύτερου κόμματος στη μετά ΣΥΡΙΖΑ εποχή. Πολύ απλά, πιο δύσκολά θα σχηματίσει κυβέρνηση το πρώτο κόμμα στις επόμενες εκλογές. Και πιο εύσχημα θα σχηματίσει κυβέρνηση το δεύτερο κόμμα. Δηλαδή ο ΣΥΡΙΖΑ. Αν επαληθευτούν, φυσικά, οι πρόσφατες δημοσκοπήσεις.
Ουσιαστική συζήτηση δεν έγινε. Επιχειρήματα, πέρα από τα επικοινωνιακά πυροτεχνήματα, δεν ανταλλάχθηκαν. Διευκρινίσεις, για το τι ο καθένας θεωρεί ως αναλογικό εκλογικό σύστημα, δεν δόθηκαν. Εξηγήσεις, για την ουσιαστική επέκταση του εκλογικού δικαιώματος στους 16άρηδες δεν παρατέθηκαν. Γιατί όχι και στους 15άρηδες; Και αυτοί μαθητεύουν στο Λύκειο! 
Όπως είναι οργανωμένη η εκλογική διαδικασία μπορούν να ψηφίσουν ακόμα και 17άρηδες. Έστω και αν ο νόμος μέχρι σήμερα προέβλεπε το όριο των 18 χρονών. Έτσι, με το κατέβασμα του ορίου ηλικίας στα 17 θα μπορέσουν να έχουν την χαρά της σύμπραξης στο μεγάλο θεσμικό πανηγύρι των εκλογών και οι 16άρηδες. Με το σκεπτικό της κυβέρνησης θα μπορούσε να στηριχθεί και το αίτημα – πρόταση να ψηφίζουν όλοι οι μαθητές και μαθήτριες  όλων των τάξεων του Λυκείου. 
Ας σοβαρευτούμε. Δεν αποκλείεται να είναι σωστή δικαιοπολιτικά η πρόταση της κυβέρνησης, που έγινε ευρύτερα αποδεκτή. Μια, όμως, πολιτεία σχεδιάζει οργανωμένα. Το μέχρι σήμερα όριο του εκλογικού δικαιώματος είναι ενιαίο. Ισχύει και για τη δικαιοπρακτική ικανότητα των νέων. Αν πραγματικά πιστεύουμε ότι είναι ώριμη η αλλαγή στην ηλικία άσκησης του εκλογικού δικαιώματος, τότε αυτό πρέπει να ισχύει ενιαία. Δεν μπορείς να πεις σε ένα νέο ότι είναι μέλος της μεγάλης εκλογικής οικογένειας, που αποφασίζει για το μέλλον της Ελλάδας, αλλά δεν έχει τη δικαιοπρακτική ικανότητα για πολύ απλές πράξεις της καθημερινότητας. Ούτε, πάλι, απευθυνόμενος στα θύματα της νεανικής εγκληματικότητας, να τα παρηγορείς, όταν αντιμετωπίζεις τον ίδιο νέο, όταν εγκληματεί, με ειδικές διατάξεις μειωμένης ευθύνης. Προφανώς, η κυβέρνηση δεν ήταν έτοιμη να προωθήσει στο δημόσιο χώρο μια συνολική πρόταση. 
Μοναδικό ιστορικό προηγούμενο με εξαιρετικά έντονα τα γνωρίσματα πλειοψηφικού εκλογικού συστήματος προσφέρουν οι εκλογές του 1974. Η ΝΔ με το 54,37% των εγκύρων ψηφοδελτίων κατέλαβε 220 έδρες. Δηλαδή, 73,33% του συνόλου των εδρών. Το τρίτο, τότε, κόμμα με το 13,58% περιορίστηκε σε 12 έδρες. Δηλαδή, στο 4% από τις 300 συνολικά έδρες της Βουλής. 
Στο άλλο άκρο (το πιο αναλογικό) βρίσκεται το εκλογικό σύστημα που εφαρμόστηκε στις εκλογές του Ιουνίου 1989, Νοεμβρίου 1989 και Απριλίου 1990. Η ΝΔ ως πρώτο κόμμα έλαβε αντιστοίχως το 44,25%, το 46,20% και το 46,89%. Και κατέλαβε αντιστοίχως 145 έδρες, 148 έδρες και τελικά 150 έδρες. Δηλαδή, ποσοστό 48,33%, 49,33% και 50% του συνόλου των εδρών. Η χρονική αυτή περίοδος είναι γνωστή κυρίως ως το «βρώμικο 89».Ιστορικά, όμως, είναι μία κλασική περίοδος ακυβερνησίας σε κρίσιμο ιστορικό χρόνο μεγάλων γεωπολιτικών ανακατατάξεων. 
Όλες οι άλλες εκλογικές αναμετρήσεις έγιναν με συστήματα ενισχυμένης αναλογικής. Με εναλλασσόμενα τα διάφορα αυτά συστήματα. Μια αναγκαία παρατήρηση. Η ΝΔ, πιο έμπειρη απ’ οποιοδήποτε άλλο κόμμα στα εκλογικά, ψήφιζε νέο κάθε φορά εκλογικό σύστημα ανάλογα με τις εκτιμήσεις της για τα ρεύματα, που διέτρεχαν το εκλογικό σώμα κατά τον χρόνο ψήφισης. Και, ευτυχώς γι’ αυτήν, οι εκτιμήσεις της επαληθεύτηκαν. Με μία και μοναδική εξαίρεση. Το bonus των 50 εδρών, που θεσμοθετήθηκε το 2008.  
Κανένας δεν ισχυρίζεται ότι αυτό το εκκρεμές είναι δικαιοπολιτικά αναγκαίο και σκόπιμο. Δεν επιτρέπεται ο εκλογικός νόμος να εξαρτάται πάντοτε από τον πολιτικό σχεδιασμό της εκάστοτε κυβέρνησης. Αυτό το αποθαρρύνει ρητά το Σύνταγμα από την Αναθεώρηση του 2001. Από την άλλη, οφείλουμε να εφαρμόσουμε όλα τα κριτήρια, που απορρέουν απ’ το ίδιο το Σύνταγμα. Όλες οι ψήφοι είναι ισοδύναμες. Η κάθε, όμως, αυτοτελής περιφέρεια, όπως έχει διαμορφωθεί ιστορικά, κοινωνικά και πολιτικά, έχει την αξίωση και το δικαίωμα αντιπροσώπευσης στην Εθνική Αντιπροσωπεία. Η Ελλάδα δεν είναι μία και μοναδική περιφέρεια.