Στο στόχαστρο του υπουργείου Υγείας βρίσκεται μεταξύ άλλων αυτές τις ημέρες και η λειτουργία της Μονάδας, που από την πρώτη στιγμή που δημιουργήθηκε, αποτελεί πραγματικό στολίδι για το νοσοκομείο μας και είναι αναμφισβήτητα το μοναδικό ίσως πράγμα για το οποίο όλοι οι Ρεθυμνιώτες θα πρέπει να αισθάνονται υπερήφανοι που υπάρχει στον τόπο μας.

Ο λόγος για τη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας, η οποία παρά τα προβλήματα, τις ελλείψεις και τα εμπόδια που κατά καιρούς αντιμετωπίζει, καταφέρνει χάρις στο φιλότιμο, στην ανθρωπιά και στην υποδειγματική συμπεριφορά του προσωπικού της να χαρίζει τη ζωή σε εκατοντάδες νοσηλευόμενους και να παλεύει για τη ζωή άλλων τόσων... Όμως, το υπουργείο Υγείας που αντιμετωπίζει και τη νευραλγική αυτή μονάδα με τη λογική των αριθμών, προσανατολίζεται σύμφωνα με δημοσίευμα του  rethemnosnews.gr να προχωρήσει στη μείωση των κρεβατιών και από 7 που είναι σήμερα να μείνουν μόλις 4, κάτι το οποίο θα σημάνει «λουκέτο» στη Μ.Ε.Θ. του νοσοκομείου Ρεθύμνου!

Η πρόταση αυτή, όπως και γενικότερα ο νέος υγειονομικός χάρτης της χώρας, προκάλεσε την οργισμένη αντίδραση γιατρών και εργαζομένων στο γενικό νοσοκομείο Ρεθύμνου, οι οποίοι χαρακτηρίζουν ως λαθεμένους τους χειρισμούς του Ανδρέα Λοβέρδου.

Ο νυν διευθυντής της ΜΕΘ, Χαράλαμπος Μαρκάκης -ο οποίος είναι ένας από τους τρεις γιατρούς που πριν από 14 χρόνια μαζί με 10 άτομα προσωπικό, κατάφεραν κάτω από πραγματικά δύσκολες συνθήκες να δημιουργήσουν τη μονάδα εντατικής θεραπείας στο νοσοκομείο- σήμερα φανερά απογοητευμένος από τις τρέχουσες εξελίξεις, καλεί το υπουργείο να πάρει πίσω την πρόταση του και «να μην τολμήσει να περικόψει τις μονάδες εντατικής νοσηλείας ούτε κατά μία».

Ο ίδιος μάλιστα τόνισε πως όλοι οι συνάδελφοί του έχουν προσφέρει τα μέγιστα γα τη λειτουργία της εντατικής, καθώς μπορεί όλοι τους να έχουν κάνει απλήρωτες εφημερίες, αλλά ποτέ δεν τόλμησαν να πουν πως θα κλείσουν τη μονάδα, επειδή δεν πληρώθηκαν τις εφημερίες που έκαναν. «Θέλαμε να στηρίξουμε τον τόπο και το ρεθυμνιώτικο λαό», ήταν το σχόλιο του.

Αναλυτικά στο σημείο αυτό ο Χαράλαμπος Μαρκάκης ανέφερε τα εξής: «Πριν 14 χρόνια έγινε μια τεράστια προσπάθεια για δημιουργία Μ.Ε.Θ. καθώς μέχρι τότε δεν υπήρχε, κάτι που είχε ως αποτέλεσμα πολλοί ασθενείς να πεθαίνουν χωρίς να μπορούν να βρουν βοήθεια και περιστατικά που χρειάζονταν χειρουργεία το οποίο έχρηζαν εντατικής υποστήριξη να διακομίζονται σε άλλο νοσοκομείο. Ανοίξαμε τέσσερα κρεβάτια και σύντομα διαπιστώσαμε ότι τα 4 ήταν ανώφελο να τα έχουμε και παρά το ότι δεν είχαμε προσωπικό τα αυξήσαμε σε 7. Όλα αυτά τα χρόνια έχουμε υποστεί περικοπές στο προσωπικό, αναγκαστήκαμε πολλές φορές να απειλήσουμε το υπουργείο ότι θα κλείσουμε κρεβάτια για να μας δώσει προσωπικό, αλλά ποτέ δεν τα κλείσαμε ουσιαστικά.

Είναι δύσκολο να βλέπεις έναν άρρωστο να πεθαίνει στο διάδρομο, να έχεις ένα κρεβάτι και να λες ότι δεν παίρνεις τον ασθενή επειδή δεν έχεις  νοσηλευτικό προσωπικό. Ποτέ αυτά τα χρόνια ο αριθμός των νοσηλευομένων δεν ήταν κάτω από 270 - 290. Είναι τραγικό πως το 2010 όταν έχω φτάσει να νοσηλεύω 318 ασθενείς το υπουργείο να μου λέει ότι νοσήλευσα 158 και να μου κλείνει τρία κρεβάτια. Αν γίνει αυτό τότε ισοδυναμεί με κλείσιμο της Εντατικής, διότι αν έχω δυο περιστατικά που είναι χρόνια και μείνουν 20μέρες, ούτε χειρουργεία τακτικά μπορούν να μπουν ούτε οι εμφραγματίες μπορούν να υποστηριχθούν».

Όμως, εξίσου προβληματισμένος από την πολιτική που ακολουθεί το υπουργείο Υγείας, εμφανίστηκε και ο πρόεδρος του συλλόγου εργαζομένων στο νοσοκομείο. Ο Αντώνης Φουρναράκης, μιλώντας ειδικότερα για τη λειτουργία της μονάδας εντατικής θεραπείας τόνισε πως «όλοι είμαστε υπερήφανοι για τη λειτουργία της και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να γίνει μείωση των κλινών σε αριθμό κάτω των 7 υφισταμένων».

Όπως πρόσθεσε ο κ. Φουρναράκης, «αυτό που χρειάζεται πραγματικά είναι μια παράλληλη αναβάθμιση με μονάδα αυξημένης φροντίδας για καρδιολογικά περιστατικά. Η κάλυψη της Μ.Ε.Θ. είναι της τάξης του 70%. Το 2010 νοσήλευσε 318 ασθενείς, τα στοιχεία του υπουργείου μιλούν για 158, δεν ξέρω που τα βρήκαν, φαντάζομαι ότι υπάρχει μια σκοπιμότητα πίσω από όλα αυτά. Από αυτά τα περιστατικά επίσης 40 ήταν από άλλους νομούς. Η Μ.Ε.Θ. του νοσοκομείου μας δηλαδή εξυπηρετεί και γειτονικούς νομούς». Τέλος, ο κ. Φουρναράκης μπαίνοντας στην ίδια λογική των περικοπών που υιοθετεί και το υπουργείο Υγείας, λόγω μνημονίου, πρότεινε την κατάργηση των Δ.Υ.Π.Ε., ώστε να εξοικονομηθούν πόροι, όπως είπε χαρακτηριστικά.

«Θ’ αντισταθούμε στην κατεδάφιση του ΕΣΥ»

Στο μεταξύ, ολομέτωπη επίθεση στην κυβέρνηση με φόντο τις συνέπειες από την οικονομική κρίση, εξαπέλυσε και ο εκπρόσωπος της ομοσπονδίας νοσοκομειακών γιατρών στο Ρέθυμνο, Ανδρέας Ξανθός, ο οποίος επανέλαβε πως «η κρίση παράγει αρρώστια»…

Αυτό ομολογείται επίσημα και από το υπουργείο Υγείας, όπως είπε, μιας και έχει αυξηθεί η ζήτηση στις δημόσιες υπηρεσίες υγείας. «Όλοι οι δείκτες νοσηρότητας και ιδιαίτερα της ψυχικής υγείας έχουν επηρεαστεί αρνητικά, υπάρχει αύξηση των αυτοκτονιών και παρόλα αυτά η κυβέρνηση επιλέγει να συρρικνώσει με το πρόσχημα του εξορθολογισμού τη δημόσια περίθαλψη», ανέφερε, ενώ συνεχίζοντα πρόσθεσε πως η τακτική του υπουργείου οδηγεί στην ιδιωτικοποίηση της υγείας.

«Το υπουργείο -συμπλήρωσε- περικόπτει δημόσιες κλίνες και σε δεύτερο χρόνο θα περικόψει το αντίστοιχο νοσηλευτικό και ιατρικό προσωπικό. Αυτό οδηγεί στο να πληρώνουν οι πολίτες ακόμη περισσότερα χρήματα από την τσέπη τους για αυτά που θα έπρεπε να παρέχει η ίδια η πολιτεία. Εμείς σε αυτήν  την κατεδάφιση του εθνικού συστήματος υγείας θα προβάλλουμε τη μέγιστη δυνατή αντίσταση. Σήμερα αυτό που διακυβεύεται είναι κάτι πολύ περισσότερο από μια απλή περικοπή πόρων στο δημόσιο σύστημα υγείας. Διακυβεύεται το δικαίωμα των Ελλήνων πολιτών να έχουν δημόσια περίθαλψη».

Ακόμα περισσότερο καυστικός ήταν και ο πρόεδρος της ένωσης γιατρών ΕΣΥ του νομού, Γιάννης Σαριδάκης, ο οποίος σχολίασε πως, «είναι λυπηρό και ύποπτο να ακούς Ρεθυμνιώτες να λένε ότι το νοσοκομείο μας δεν θίχτηκε και δεν έχει πρόβλημα από την αναδιάταξη». Με βάση τα όσο υποστήριξε «το νοσοκομείο Ρεθύμνου δεν θίχτηκε στην πορεία αργού θανάτου που έχει μπει εδώ και χρόνια. Στραγγαλίζεται στα επίπεδα του οργανισμού του 1985 και σε κατώτερα μάλιστα επίπεδα.

Ο επικαιροποιημένος οργανισμός που στηρίζεται σε πραγματικές ανάγκες και στοιχεία ζητά 350 κρεβάτια και μας δίνουν 190, ζητάμε 120 ειδικευμένους και μας δίνουν 60. Το λοιπό προσωπικό είναι στον πάτο της επικράτειας. Τα στοιχεία στα οποία στηρίχθηκαν αυτές οι στατιστικές είναι ψευδή. Όλη η Ελλάδα βοά για τα ψευδή. Δεν υπάρχει ούτε ένα νοσοκομείο που να μην έχει αντιδράσει έντονα σε αυτήν την ιστορία που προωθείται».

Επίσης, στην προσπάθεια του να περιγράψει την τραγική κατάσταση που επικρατεί στο χώρο της δημόσιας περίθαλψης, έκανε εκτενή αναφορά και στα περιστατικά που σημειώθηκαν πρόσφατα σε άλλα νοσηλευτικά ιδρύματα της Ελλάδας, όπου οι θάνατοι ασθενών διαδέχονταν ο ένας τον άλλο.

«Η πολιτική αυτή -είπε- είναι βαμμένη με αίμα και εμείς από την πλευρά μας, ως ελάχιστη ένδειξη ευθιξίας, ζητάμε την παραίτηση της πολιτικής ηγεσίας του υπουργείου Υγείας, ώστε να ξεκινήσει από την αρχή ο διάλογος με βάση την απογραφή του 2011 για να εκπονηθεί ένας υγειονομικός χάρτης που να ανταποκρίνεται στις πραγματικές ανάγκες του πληθυσμού».

Τέλος, τόσο ο Αντώνης Φουρναράκης όσο και η γραμματέας του συλλόγου εργαζομένων στο ίδρυμα, Όλγα Αντωνουσάκη, αναφέρθηκαν και στο σοβαρό θέμα της μη πληρωμής των εργαζομένων για τις υπερωρίες τους, ενώ μίλησαν και για τη μεγάλη πίεση της δουλειάς που καλείται ν’ αντιμετωπίσει το ελάχιστο προσωπικό. «Το ήδη υπάρχον προσωπικό, ανέφερε η κα Αντωνουσάκη, έχει εξουθενωθεί και σωματικά και ψυχολογικά, έχουν πολλά χρωστούμενα ρεπό, δεν παίρνουν άδειες και σε αυτήν την κατάσταση δεν έχουν πληρωθεί εδώ και πέντε μήνες τις υπερωρίες τους. Πώς να δουλέψουν και να προσφέρουν σωστές υπηρεσίες;».

Τα στοιχεία των νοσοκομειακών γιατρών

Σύμφωνα με τους νοσοκομειακούς γιατρούς, τα στοιχεία που προκύπτουν από την μελέτη των προτάσεων για το νοσηλευτικό ίδρυμα του νομού μας, αναφέρουν τα παρακάτω:

- Το νοσοκομείο δεν αναβαθμίζεται ούτε στο ελάχιστο σαν υπηρεσία υγείας.

- Τα στοιχεία που δόθηκαν στο υπουργείο υγείας από το νοσοκομείο αφορούσαν χρονικό διάστημα λειτουργίας 9 μηνών (Απρίλιος - Δεκέμβριος 2010), αλλά καταμετρήθηκαν ως ετήσια από το υπουργείο Υγείας. Όλα τα νούμερα των νοσηλευομένων υπολείπονται κατά ¼. Το σύνολο που νοσηλεύτηκε το 2010 είναι 10.905 και το υπουργείο Υγείας γράφει 8.020. Άρα, όλα τα ποσοστά πού έκαναν χρήση αυτών των αριθμών είναι λάθος. Η ποσοστιαία κάλυψη κλινών δηλαδή και η μέση διάρκεια νοσηλείας. Το αποτέλεσμα αυτών των υπολογισμών είναι η μείωση των κλινών όλου του ιδρύματος, η μείωση των κλινών της μονάδας εντατικής θεραπείας, η μη αναβάθμιση του νοσοκομείου σε προσωπικό ιατρικό και νοσηλευτικό. Ο νέος οργανισμός προέβλεπε 356 κλίνες. Ως τώρα αναπτυγμένες είναι 199 και η πρόταση του υπουργείου Υγείας είναι 192. Σύνολο απώλειας κλινών 7 από τις ήδη λειτουργούσες, 3 Μ.Ε.Θ. και 4 από τις υπόλοιπες κλινικές και θα πρέπει να προσθέσουμε και άλλες 4 πού πωλούνται σε ιδιωτικές ασφαλιστικές εταιρείες, δηλαδή 11. Μετρώντας βέβαια από τις αναγκαίες με τον νέο οργανισμό, η απώλεια είναι 164 κλίνες. Η μονάδα τεχνητού νεφρού δεν αναφέρεται ως να μην υπάρχει και ελπίζουμε ότι είναι «απλώς» άλλο ένα λάθος της γραφειοκρατικής διαδικασίας.

- Τα δεδομένα του 2011 δείχνουν αύξηση κατά 4,5% του αριθμού των νοσηλευομένων. Το νοσοκομείο, όμως, θα έχει λιγότερα κρεβάτια και οι διάδρομοι θα ανθίσουν και πάλι.

- Δεν προβλέπεται δημιουργία νέου τμήματος, ούτε πρόσληψη γιατρού νέας ειδικότητας, όπως το παθολογοανατομικό και οι βιοψίες θα συνεχίσουν να πηγαίνουν στην Αθήνα, με την καθυστέρηση πού αυτό συνεπάγεται ή ιδιωτικά και με πληρωμή από τον άρρωστο. Ούτε ενδοκρινολογικό προβλέπεται και με δεδομένο ότι δεν έχει και το νοσοκομείο Χανίων, οι ασθενείς θα πρέπει να επισκέπτονται γιατρό ιδιωτικά και φυσικά πληρώνοντας. Δεν προβλέπεται πρόσληψη νευρολόγου και ο ένας πού υπάρχει και υπηρετεί μόνος το νομό χρόνια τώρα, θα συνεχίσει την μοναχική του πορεία. Ούτε κυτταρολογικό προβλέπεται.

- Χάνονται 4 κλίνες από τη μονάδα νεογνών δυτικής Κρήτης στα Χανιά και άλλες 2 από την μονάδα μεσογειακής αναιμίας.

- Το τμήμα επειγόντων δεν αναφέρεται ως ανεξάρτητο τμήμα και έτσι θα συνεχίσει να λειτουργεί στερώντας γιατρούς από τις άλλες κλινικές.

- Το νοσοκομείο θα συνεχίσει να λειτουργεί με μειωμένο το ιατρικό προσωπικό. Ο στόχος του υπουργείου Υγείας είναι 0,7 γιατροί ανά κλίνη. Το Ρέθυμνο έχει 0,61 ειδικευμένους και ειδικευόμενους ανά κλίνη, 0,34 ειδικευμένους ανά κλίνη και το υπουργείο ισχυρίζεται ότι είναι 0,93 γιατροί (ειδικοί και μη) ανά κλίνη. Υπηρετούν 69 ειδικευμένοι και 54 ειδικευόμενοι. Ο αριθμός κλινών θα είναι 192. Ο νέος οργανισμός θεώρησε αναγκαίους τους 125 ειδικευμένους γιατρούς, με βάση τις πληθυσμιακές ανάγκες του νομού. Για το υπουργείο οι άμεσες ανάγκες περιορίζονται σε πρόσληψη 7 νέων γιατρών, ενώ στη πράξη υπάρχει άμεση ανάγκη για 14 γιατρούς και για πλήρη στελέχωση αρκετοί παραπάνω.

- Για να μειώσουν τις ανάγκες σε γιατρούς εισάγουν σε εφαρμογή την εφημερία σε επίπεδο τομέα, πρακτική αντιεπιστημονική και επικίνδυνη για την σημερινή πραγματικότητα. Ο δερματολόγος αν έχει εφημερία θα καλείται να δει ένα περιστατικό εμφράγματος για παράδειγμα. Εγκληματική πολιτική θα θρηνήσουμε θύματα.

- Το νοσηλευτικό προσωπικό πού απαιτείται για το νοσοκομείο Ρεθύμνου με την αναλογία που του υπουργείο Υγείας θεωρεί απαραίτητη και ασφαλή (1,1 νοσηλεύτρια/κλίνη), είναι 212 άτομα νοσηλευτικού προσωπικού για τις 192 κλίνες.

- Σε επίπεδο Π.Φ.Υ. οι γιατροί και οι νοσηλευτές υπολείπονται κατά πολύ των αναγκών στα κέντρα υγείας ακόμη και με τα αναξιόπιστα εντέλει στοιχεία πού δίνει το υπουργείο. Τα κέντρα υγείας είναι ήδη υποστελεχωμένα και σε ειδικευμένο ιατρικό και σε νοσηλευτικό και σε λοιπό προσωπικό, διοικητικό κ.ά.

- Το υπουργείο και οι τεχνοκράτες του θεωρούν και μετρούν ως ιατρική εργασία μόνο την νοσηλεία ασθενών, τα χειρουργεία και τα τακτικά εξωτερικά ιατρεία. Ότι δηλαδή μπορεί να μετρηθεί με χρήμα. Γι αυτό εξάλλου στο ηλεκτρονικό σύστημα καταγραφής ασθενών που εισήχθη προσφάτως πιλοτικά στο νοσοκομείο μας, ο ασθενής πλέον είναι και καταγράφεται ως «ΠΕΛΑΤΗΣ».