Η Ελλάδα διανύει μια ιδιαίτερα δύσκολη, ιστορική περίοδο, σε ένα εξαιρετικά ρευστό διεθνές περιβάλλον. Το «πρόγραμμα διάσωσης»  των εταίρων μας, που σήμερα το εκ των δανειστών μας ΔΝΤ αναγνωρίζει ως εσφαλμένο, αποδεικνύεται αδιέξοδο τόσο στο οικονομικό όσο και το κοινωνικό πεδίο.

Η παρατεταμένη ύφεση, η υπερφορολόγηση, η μακροχρόνια ανεργία, ιδιαίτερα των νέων και η φτώχεια έχουν ήδη εξαντλήσει τα όποια περιθώρια και τις αντοχές της χώρας μας.  Τα δομικά προβλήματα του δημόσιου, που μας οδήγησαν στο αδιέξοδο, υπερβολικό δημόσιο Χρέος - δημοσιονομικά ελλείμματα παραμένουν, την ίδια ώρα προστίθενται και νέα ζητήματα στον ιδιωτικό και τον κοινωνικό τομέα.

Ο πρώην επικεφαλής του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου Ντομινίκ Στρος Καν μας καλεί  «Να μάθουμε από τα λάθη μας». Μας λέει τώρα ότι «Είναι ανάρμοστο, το να δίνεται χρηματική βοήθεια στην Ελλάδα απλώς και μόνο για να  αποπληρώνονται οι δημόσιοι πιστωτές της».

Ο πρώην πρωθυπουργός της Ιταλίας σοσιαλδημοκράτης Μάσιμο Ντ’ Αλέμα διευκρινίζει πρόσφατα στη RAI: «Διακόσια είκοσι δισ. ευρώ από τα 250 δισ. ευρώ βοήθειας που δώσαμε στην Ελλάδα πήγαν απευθείας στις γερμανικές, γαλλικές και ιταλικές τράπεζες».  «Στην πραγματικότητα, όταν λέγεται ότι εμείς πληρώνουμε τις συντάξεις των Ελλήνων -όχι εμείς, πληρώνουμε τις γερμανικές τράπεζες. Αυτή είναι αλήθεια... Είναι χρήματα που κάνουν έναν κύκλο, αλλά οι Έλληνες δεν οσφραίνονται ούτε την μυρωδιά τους».

Η Κριστίν Λαγκάρντ σήμερα επικεφαλής του ΔΝΤ δηλώνει: «Το ελληνικό πρόγραμμα ήταν αποτυχία για το ΔΝΤ και τους Έλληνες». Το ΔΝΤ επιμένει στην εξασφάλιση της βιωσιμότητας του Ελληνικού χρέους. Το Ταμείο θέλει επίσης να αναδείξει κρίσιμα θέματα όπως αυτό των εισοδηματικών ανισοτήτων.  Οι εκπρόσωποι του Ταμείου δεν είναι μόνο κατηγορημα­τικοί για το θέμα του χρέους, αλλά και της λιτότητας.  Το ΔΝΤ ζητά γενναία ελάφρυνση και τερματισμό της λιτότητας, επειδή δεν οδηγεί πουθενά.

Εμείς δεν είναι δυνατόν να συνεχίσουμε αμήχανοι και άβουλοι να ακολουθούμε παθητικά, χωρίς να έχομε εξασφαλίσει την εθνική συναίνεση σε ένα σχέδιο προοδευτικών δομικών μεταρρυθμίσεων, και ένα εθνικό κοινό μέτωπο διαπραγμάτευσης με τους δανειστές. Χωρίς αυτά, δεν είναι λογικό να περιμένουμε μοιρολατρικά, ότι η κατάσταση θα βελτιωθεί αυτόματα.

Σε ένα διεθνές περιβάλλον μεγάλων ανακατατάξεων, αβεβαιότητας, οικονομικής επιβράδυνσης και αποπληθωρισμού το ζητούμενο είναι εσωτερική σταθεροποίηση. Σε μια παγκοσμιοποιημένη οικονομία το πρώτο ζητούμενο είναι η βελτίωση της σχετικής θέσης κατάταξης, της ελληνικής οικονομίας στον παγκόσμιο καταμερισμό. Αυτό μπορεί να γίνει μόνο με την δραστική αναβάθμιση της θεσμικής παραγωγικότητας και της ανταγωνιστικότητας της χώρας μας. Είναι δηλαδή κατ’ εξοχή πολιτικό ζήτημα.

Χρειάζεται πολιτική συνεννόηση, μακρόπνοος σχεδιασμός, σωστή ιεράρχηση προτεραιοτήτων και στόχων, γρήγορες αποφάσεις και άμεση υλοποίηση τους. Οι έλληνες πρέπει επί τέλους να το πάρουμε απόφαση και να αναλάβουμε την ευθύνη για να ξαναχτίσουμε τη χώρας μας.  Αυτός είναι ο μόνος ασφαλής δρόμος για την έξοδο από την κρίση.