Δύο σημαντικές εκθέσεις ήρθαν στο φως της δημοσιότητας την προηγούμενη  εβδομάδα σχετικά με την ελληνική οικονομία. Η μία προερχόμενη από το Ανεξάρτητο Γραφείο Αξιολόγησης του ΔΝΤ και η άλλη από την Citigroup. Η πρώτη αναφέρεται στις ευθύνες των δανειστών για την ζοφερή κατάσταση στην οποία έχε περιέλθει η ελληνική οικονομία με την εφαρμογή των εξοντωτικών μνημονίων και η δεύτερη εξετάζει τις μελλοντικές προοπτικές της ελληνικής οικονομίας με ιδιαίτερο σκεπτικισμό.

Είναι κοινό μυστικό όλων των εμπλεκομένων στην ελληνική κρίση ότι τα εφαρμοζόμενα μνημόνια δεν οδηγούν πουθενά. Γεννάται λοιπόν αυθόρμητα το ερώτημα , ποια η σκοπιμότητα εφαρμογής τους. Την απάντηση ήρθε να δώσει, με τον πιο κατηγορηματικό μάλιστα τρόπο, το Ανεξάρτητο Γραφείο Αξιολόγησης του ΔΝΤ. Το πρώτο μνημόνιο εφαρμόσθηκε κατόπιν πιέσεων των ευρωπαίων εταίρων μας στην προσπάθεια τους να διασώσουν τις ευρωπαϊκές τράπεζες, οι οποίες ήταν ιδιαίτερα εκτεθειμένες στο ελληνικό χρέος.

Υπενθυμίζουμε ότι στο ξεκίνημα της ελληνικής κρίσης, τέλη του 2009, το μεγαλύτερο ποσοστό του ελληνικού δημόσιου χρέους το διακρατούσαν οι μεγαλύτερες γαλλικές, γερμανικές και ιταλικές τράπεζες. Οι τράπεζες αυτές δεν είχαν ακόμα συνέλθει από την μεγάλη χρηματοοικονομική κρίση του 2008 και ο φόβος επανάληψης του φαινομένου κατάρρευσης τύπου Lehman Brothers ήταν ορατός. 
Προκειμένου να διασώσουν λοιπόν το ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα, οι ευρωπαίοι εταίροι μας αποφάσισαν να στηρίξουν την αποπληρωμή των ελληνικών ομολόγων μέσα από ένα σύνθετο πακέτο δανεισμού, εφαρμόζοντας ένα σκληρό πρόγραμμα προσαρμογής στην ελληνική οικονομία και  κερδίζοντας παράλληλα χρόνο ώστε να μειώσουν οι ευρωπαϊκές τράπεζες την έκθεση τους  στο ελληνικό χρέος.
Έτσι ασκήθηκαν πολιτικές πιέσεις στο ΔΝΤ για να συμμετάσχει στο ελληνικό πρόγραμμα στήριξης, παρά το γεγονός ότι το ελληνικό χρέος ήταν εξόφθαλμα μη βιώσιμο. Προκειμένου όμως να εμφανισθεί το ελληνικό χρέος βιώσιμο, εφαρμόσθηκε ένα τερατώδες πρόγραμμα προσαρμογής στην Ελλάδα, βασιζόμενο σε λάθος παραδοχές, το οποίο απαιτούσε παράλογους στόχους σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα.

Αφού κέρδισαν το χρόνο που ήθελαν, και μείωσαν την έκθεση τους στο ελληνικό χρέος, ρευστοποιώντας τα ελληνικά ομόλογα στην αγορά, με κύριο αγοραστή την ΕΚΤ αλλά και τις ελληνικές τράπεζες, προέβησαν με καθυστέρηση 2 ετών στο περίφημο PSI. Το PSI το οποίο, λόγω της μεγάλης καθυστέρησης με την οποία υλοποιήθηκε, είχε ελάχιστα θετικά αποτελέσματα και δεν κατάφερε να ξανακάνει βιώσιμο το ελληνικό χρέος. Επιπρόσθετα δημιούργησε τεράστια προβλήματα στις ελληνικές τράπεζες και τα ασφαλιστικά ταμεία, τα οποία αφού είχαν φροντίσει να υπερφορτώσουν πρώτα με ελληνικά ομόλογα, τα κούρεψαν βάναυσα. 

Η χαρακτηριστικότερη ίσως περίπτωση ελληνικής τράπεζας που οδηγήθηκε στην χρεοκοπία λόγω PSI είναι το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο. Μία τράπεζα διαμάντι , με ισχυρή κεφαλαιακή διάρθρωση, λίγα δάνεια, τα περισσότερα στεγαστικά με ισχυρές εξασφαλίσεις, φορτώθηκε το κρίσιμο διάστημα με ομόλογα ελληνικού δημοσίου και οδηγήθηκε σε βίαιη ανακεφαλαιοποίηση, μηδενίζοντας την αξία των παλαιών μετόχων του.       
Οι έλληνες πολιτικοί ήταν δυστυχώς παρατηρητές στο μνημονιακό έγκλημα που εκτυλίχθηκε τα τελευταία χρόνια στην χώρα μας και το μόνο που έκαναν ήταν να προσπαθούν να περισώσουν όσα κεκτημένα μπορούσαν για λογαριασμό των πελατών – ψηφοφόρων τους , καταστρέφοντας την επιχειρηματικότητα και επιταχύνοντας έτσι την πορεία προς την άβυσσο.    

Την συνέχιση της υφεσιακής πορείας της ελληνικής οικονομίας ήρθε να επισημάνει η Citigroup, τονίζοντας ότι η υπερφορολόγηση των ελλήνων ιδιωτών θα εξανεμίσει την εναπομείνασα καταναλωτική τους δύναμη και έτσι η επάνοδος σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης θα παραμείνει όνειρο θερινής νυκτός.

 Όλα τα ανωτέρω συνηγορούν σε ένα και μόνο συμπέρασμα.  Έχουν ωριμάσει πλέον οι συνθήκες για να  αναλάβουν όλοι τις ευθύνες τους ώστε να  βγει η Ελλάδα από την κρίση. Το ελληνικό κράτος και οι πολίτες του πρέπει να προχωρήσουν στις απαραίτητες μεταρρυθμίσεις και οι δανειστές να μας βγάλουν επιτέλους την θηλιά από το λαιμό και να σταματήσουν την πολιτική της τιμωρίας απέναντι στον ελληνικό λαό. Βασική προϋπόθεση σε όλα αυτά : η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης ανάμεσα σε δανειστές και δανειζόμενους.