Ο Γιώργος Καφφετζάκης είναι γέννημα θρέμμα Νεαπολίτης και σίγουρα όταν παιδί έπαιζε με τους φίλους του στον Δημοτικό κήπο δίπλα στο κτίριο του παλιού γυμνασίου δεν θα σκέφτονταν ότι κάποια μέρα η αναγέννηση του θα έχει την δική του υπογραφή. Η εταιρεία του Morfosis Καφφετζάκης ανέλαβε και έφερε σε πέρας με επιτυχία που αναγνωρίζουν όλοι το κατασκευαστικό κομμάτι και στα εγκαίνια του νέου πλέον λαογραφικού μουσείου που έγιναν την Κυριακή 31 7 2016είπε χαρακτηριστικά:

"Πάντα η Νεάπολη και το Επάνω Μεραμπέλλο, είχε να επιδείξει μια διαφορετικότητα στον τρόπο αντίληψης και αντιμετώπισης θεμάτων που αφορούσαν την κοινωνία και τον πολιτισμό.

Αυτό που δεν κατάφερε να παγιώσει και να εξελίξει ήταν η πολιτισμική διαχείριση, δηλαδή ηΔιαχείριση της πολιτισμικής κληρονομιάς, η οποία ενέχει την έννοια της προστασίας-διαφύλαξης στοιχείων του παρελθόντος στο παρόν και στο μέλλον.

Η βιβλιογραφία με τον όρο «διαχείριση της πολιτισμικής κληρονομιάς»,  αναφέρεται συνηθέστερα στην άυλη / μη υλική πολιτισμική κληρονομιά, όπως οι μύθοι, οι προφορικές παραδόσεις, τα ήθη και τα έθιμα, ο χορός, οι άνθρωποι με βαθιά γνώση της τοπικής παράδοσης και στην υλικήπολιτισμική κληρονομιά που επικεντρώνεται στην «ακίνητη πολιτισμική κληρονομιά» δηλαδή στους αρχαιολογικούς χώρους και τα μνημεία (Δρήρος, Φραρώ) και την «κινητή πολιτισμική κληρονομιά», δηλαδή τα μουσειακά εκθέματα και τις συλλογές, που αποτελεί αντικείμενο ειδικότερου ενδιαφέροντος του κλάδου της «μουσειολογίας».

Δεν πρέπει να παραβλέψουμε και την Διαχείριση σύγχρονων μορφών καλλιτεχνικής και πολιτισμικής δημιουργίας, με εστίαση στον οικονομικό παράγοντα. όπως η μουσική, το θέατρο, ο κινηματογράφος, η σύγχρονη τέχνη, οι πολιτιστικές εκδηλώσεις και ο αθλητισμός.

Η Νεάπολη λοιπόν μπορεί να διαδραματίσει τον δικό της ρόλο σε Τοπικό αλλά και ευρύτερο πεδίο, στοχεύοντας στο να αποτελέσει ένα ιστορικό, πολιτισμικό κέντρο. Με έμφαση στην γνώση και τον πολιτισμό, που τόσο μας έχει λείψει σαν κοινωνία, συγκρίνοντας πάντα με το παρελθόν και την ιστορία της Νεάπολης. Η αποδόμηση όλης αυτής της παρακαταθήκης υπήρξε εμφανής τα τελευταία χρόνια, αλλάζοντας την φυσιογνωμία της πόλης, απομακρύνοντας την από την πορεία που έχει χαράξει ως λίκνο πολιτισμού και γραμμάτων ολόκληρου του Νομού. Με την αξιοποίηση των ιστορικών της χώρων και του εναπομείναντα παλαιού μη κακοποιημένου πολεοδομικού ιστού και κτιριακού πλούτου, μπορεί να γίνει ένα κέντρο υποδοχής όλου του τουριστικού δυναμικού που διέρχεται κάθε χρόνο έξω από την «πόρτα» της, χωρίς να καταφέρνει να προσελκύσει τον τουρίστα-επισκέπτη ως χώρος ενδιάμεσου προορισμού. Η Νεάπολη αποτελεί την εναλλακτική τουριστική πρόταση έναντι των ανταγωνιστών της, που συνεπικουρούμενη με την ανάδειξη του θρησκευτικού, πολιτιστικού και φυσιολατρικού της πλούτου, μπορεί να απευθυνθεί σε αρκετά μεγάλη γκάμα φιλοξενούμενων τουριστών.

Αυτό ακριβώς είναι η φιλοσοφία της βιώσιμης και επομένως της ανταγωνιστικής πόλης που δημιουργεί την ανάγκη υιοθέτησης στρατηγικών για την αναβάθμιση της ελκυστικότητας της εικόνας της πόλης (city branding). Η κοινωνική βιωσιμότητα προσεγγίζεται από την οπτική της κοινωνικής αποδοχής. Με δεδομένο ότι οι άνθρωποι και το περιβάλλον στο οποίο αναπτύσσονται και δραστηριοποιούνται δεν λειτουργούν χωριστά αλλά ως ένα ενιαίο σύνολο, για την επίτευξη της βιώσιμης ανάπτυξης είναι απαραίτητο οι περιβαλλοντικοί, οικονομικοί και κοινωνικοί όροι να αναπτύσσονται εξίσου και να αλληλεπιδρούν με συγκεκριμένο τρόπο.

Κάθε πόλη λοιπόν είναι διαφορετική, και όχι μόνο για λόγους ιστορικούς. Όπου υπάρχουν πόλεις υπάρχουν και μουσεία και «οι πανίσχυρες πόλεις έχουν και παντοδύναμα μουσεία», τα οποία ανέκαθεν είχαν μια δυναμική δημόσια εικόνα ως πεδία έκφρασης και έκθεσης σημαντικών ιδεών, που καθόρισαν τις κοινωνίες. Η άνοδος των πόλεων και ο ρόλος της κοινωνίας των πολιτών ωθούν σήμερα τα μουσεία αφενός να μετακινηθούν από την περιφέρεια στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος, στον πυρήνα της έννοιας της ήπιας δύναμης και αφετέρου να επαναπροσδιορίσουν την ταυτότητά τους ως οργανισμοί που οφείλουν τόσο να υπηρετούν την κοινωνία των πολιτών στο σύνολό της, όσο και να βασίζονται σε διαφορετικές κοινωνικές συλλογικότητες και όχι μόνο σε κρατικούς φορείς και ισχυρούς πάτρονες των τεχνών. Αυτή η κορυφαία και αναγκαία αλλαγή επηρεάζει όλες τις πτυχές της ύπαρξής τους, καθώς επίσης και τους τομείς λειτουργίας τους.

Σε παγκόσμιο επίπεδο, από τα μέσα της δεκαετίας του ’80 με την υιοθέτηση του νέου ορισμού του Διεθνούς Συμβουλίου Μουσείων, αυτή η αλλαγή αναπτύχθηκε σε τρεις βασικές εκδοχές του μουσείου: το μουσείο ως ποιότητα, με έμφαση στον επαγγελματισμό και την πιστοποίηση των Μουσείων, το μουσείο ως εμπειρία και συμβολικό τοπόσημο στον αστικό χώρο και μέσο αστικής αναγέννησης, και το μουσείο ως συμπυκνωτή ήπιας δύναμης με επιρροή και εκτόπισμα στην κοινωνία.

Σήμερα όσα μουσεία βρίσκονται σε πόλεις που έχουν θέσει ως στόχο τη διαμόρφωση μιας ισχυρής αστικής ταυτότητας με όχημα τη δημιουργία, την πρόοδο και την ενδυνάμωση αφενός των ποικίλων αστικών συλλογικοτήτων και αφετέρου της κοινωνίας των πολιτών τους ευρύτερα, έχουν πλέον και τα ίδια αναπτύξει ποικίλους μηχανισμούς και ρόλους που βασίζονται στην ήπια δύναμη των μουσείων ως διαμορφωτών πολιτικών αστικής συνείδησης και πολιτιστικής δημοκρατίας. Τα μουσεία, όχι μόνο τώρα που διανύουμε μια περίοδο κρίσης, αντιμετωπίζουν μια βασική πρόκληση, πέρα από την εξασφάλιση της δικής τους οικονομικής βιωσιμότητας: Να οραματιστούν εκ νέου τον κοινωνικό τους ρόλο, την υποχρέωσή τους και να συνεισφέρουν στη δημιουργία μιας πιο ισορροπημένης, υγιούς και ευτυχισμένης κοινωνίας για τους πολίτες.

Τα μουσεία μπορούν να αναδείξουν τη σημασία της πόλης στην οποία βρίσκονται, αλλά και να ενδυναμώσουν τόσο τους κατοίκους όσο και τους επισκέπτες της, αποτελώντας δείκτες της υπερηφάνειας και της μοναδικότητάς της. Δημιουργούν «αποθετήρια» μνήμης για την πόλη, για ανταλλαγή απόψεων μεταξύ διαφορετικών κοινωνικών ομάδων (μόνιμων κατοίκων, πολιτικών, μεταναστών, τουριστών κ.ά.), με στόχο την επίλυση προβλημάτων και τη βελτίωση της ποιότητας της ζωής.

Τα μουσεία, χωρίς να αυτολογοκρίνονται ή να υπόκεινται σε έξωθεν αρνητικές πιέσεις, ενθαρρύνουν ανοικτές αντιπαραθέσεις για αμφιλεγόμενα κοινωνικά ζητήματα, αποτελούν διαμορφωτές της ταυτότητας ενός τόπου και μέσα για την αστική ανάπλαση παρηκμασμένων γειτονιών ή και ολόκληρων πόλεων, εκφράζουν με πολλαπλούς τρόπους ανθρώπινα επιτεύγματα και καινοτομίες, και συμπυκνώνουν τα οφέλη από την άσκηση μιας μορφής πολιτιστικής δημοκρατίας.

Με την ιστορική γνώση που παράγουν και τη δημοκρατική τους συγκρότηση συμβάλλουν στην ανάπτυξη ολοκληρωμένων και αποτελεσματικών στρατηγικών δημιουργίας ταυτότητας τόπου (city branding), σε συνεργασία με τις δημοτικές αρχές και άλλους βασικούς εταίρους σε αντίστοιχες εκστρατείες.

Τα μουσεία αποτελούν έναν από τους κεντρικούς πυλώνες μιας πόλης, που σε συνδυασμό με τα νοσοκομεία, τα πανεπιστήμια, τις βιβλιοθήκες, τα κοινοτικά κέντρα, τους αρχαιολογικούς και τους χώρους λατρείας, συνεισφέρουν στη βιωσιμότητά της. Εκτός από «συλλέκτες» μνήμης είναι και μετασχηματιστές της γνώσης και της εμπειρίας που πηγάζουν από το παρελθόν για την παραγωγή νέας γνώσης, χρήσιμης για το παρόν. Με λίγα λόγια, τα μουσεία αναπτύσσουν την ήπια δύναμήτους βασισμένα αφενός στην όλο και πιο δυναμική συμμετοχή διαφορετικών κοινοτήτων και αφετέρου στις αρχές της διαφάνειας, της ανοικτότητας και της συμπερίληψης των πολλαπλών φωνών μιας πόλης.

Στον σύγχρονο και ρευστό κόσμο που ζούμε, η ανθρωπότητα βρίσκεται αντιμέτωπη με ραγδαίες και μεγαλειώδεις αλλαγές. Για να μπορέσουμε να ανταποκριθούμε σ’ αυτές τις προκλήσεις έχουμε ως οδηγούς τη φαντασία, τη δημιουργικότητα και την ικανότητά μας να καινοτομούμε. Η δημιουργικότητα, όμως, δεν σχετίζεται τόσο -ή αποκλειστικά με τη νόηση- όσο με το συναίσθημα και το σύνθετο πλέγμα των διασυνδέσεων που δημιουργούνται μέσω συλλογικών και ατομικών προσπαθειών.

Αυτή είναι και η επιτυχία της ΠΛΕΑΜ. Ο σχηματισμός μιας λειτουργικής ομάδας και η ικανότητα οραματισμού μιας ιδέας και μετατροπής της σε καθημερινό αγαθό. O επικεφαλής και η ομάδα χαρακτηρίζεται από τη γέννηση της ιδέας και τη σταθερή προσήλωση σε αυτήν. Θεμελιώνει ιδεολογία, αναλύει τους σκοπούς της δράσης, δημιουργεί κατάλληλες προϋποθέσεις, βλέπει το «εμείς» χωρίς να θάβει το «εγώ». Με θάρρος και υπομονή, αποφασιστικότητα και τόλμη, με εφόδια την ικανότητα επιδέξιων ελιγμών στρατηγικής, την προνοητικότητα, την ηθική παρουσία, προσπαθεί να μετουσιώσει σε έργο, το μέλλον που έχει οραματιστεί. Η προσφορά αυτή αξιολογείται εκ του αποτελέσματος. Και εδώ το αποτέλεσμα είναι μοναδικό.

Το εθνικό πρότυπο της μετριότητας πρέπει να αλλάξει και να αντικατασταθεί από το εθνικό πρότυπο της αξιοσύνης, του ανθρώπου που προσπαθεί συνεχώς να βελτιώνεται και να βελτιώνει μαζί του και τους γύρω του και εν τέλει ολόκληρη τη χώρα. Οι άξιοι και ικανοί είναι αυτοί που πρέπει να ξεχωρίζουν και να αποτελούν παράδειγμα προς μίμηση και για τους υπόλοιπους από εμάς.

Για τον λόγο αυτό και μόνο, ως κοινωνία σας ευχαριστούμε πολύ.

Κλείνοντας,

Διανύουμε μια εποχή κρίσεων και μεγάλων αλλαγών. Τα μουσεία αποτελούν τα πιο θεμελιώδη τοπόσημα μέσα στις πόλεις για την έκφραση της δημιουργικότητας, των ιδεών, των συναισθημάτων, των συνδέσεων μεταξύ των ανθρώπων. Τα μουσεία ως ποιοτικοί και αξιοκρατικοί οργανισμοί, ως χώροι ουσιαστικών εμπειριών βασισμένων στο υλικό και άυλο πολιτιστικό τους απόθεμα, ως σύμβολα τόπων και ανθρώπων και ως ήπια δύναμη στην κοινωνία των πολιτών, αποτελούν έναν από τους κύριους πλοηγούς μας σ’ αυτό το δύσκολο παρόν και στο αβέβαιο ακόμη μέλλον.

Για το τέλος άφησα το κατασκευαστικό μέρος, το οποίο ανέλαβε να φέρει εις πέρας η εταιρεία μας ΚΑΦΦΕΤΖΑΚΗΣ “morFOSis”. Ήταν ένα πολύ δύσκολο εγχείρημα, καθώς είχαμε να αντιμετωπίσουμε ένα μνημείο για την ιστορία της πόλη μας. Όμως η άψογη συνεργασία μας με την ομάδα της ΠΛΕΑΜ, αλλά και με τους μελετητές οδήγησε σε αυτό το αποτέλεσμα που σήμερα επίσημα ανοίγει τις πύλες του στο κοινό. Καλωσορίζουμε το Νέο Μουσείο της Νεάπολης."

Πηγή: fonien.gr