Αναμνήσεις και συναισθήματα άλλων αξέχαστων εποχών, που το ταξίδι με το αγαπημένο πλοίο το "Κύδων" ήταν μια κοινωνική εμπειρία και όχι ένα απλό ταξίδι, μεταφέρει ο Σταύρος Θεοδωράκης με μια άκρως προσωπική ανάρτησή του στην σελίδα του σε μέσο κοινωνικής δικτύωσης.

Όσοι είχατε την τύχη να ταξιδέψετε με το (παλαιό) "Κύδων", το πρώτο πλοίο της ΑΝΕΚ και της Κρήτης, θυμηθείτε και οι νεώτεροι μάθετε....

"Είμαι στο πλοίο. Η μάνα μου μπροστά, οι αδελφές μου και εγώ τελευταίος. Ο πατέρας μου έχει μείνει στο αμπάρι. Να ασφαλίσει κάτι συμπράγκαλα που κουβαλάμε για το χωριό. Δυο πολυθρόνες που θα τους αλλάξει ύφασμα η μάνα μου και θα είναι μια χαρά κάτω από την κρεβατίνα.

«Εδώ εδώ» δίνει το σύνθημα η μάνα μου και τα παιδιά παρατασσόμαστε αριστερά της και δεξιά της να δούμε το μέρος που επέλεξε. Είμαστε στο πίσω κατάστρωμα του «Κύδων». Παγκάκια και μια λαμαρίνα κόντρα στον άνεμο να προστατεύει λίγο τους επιβάτες από τον αέρα. Ένα νάιλον και μια χοντρή κουβέρτα για στρώμα και είναι έτοιμο το κρεβάτι για έξι. Όχι, ψέματα λέω. Είμαστε ακόμη πριν το 1980. Η Μαρία δεν έχει ακόμη γεννηθεί οπότε είμαι εγώ, η Ελένη και η Αλεξία μικρή. Οι όροι είναι καθορισμένοι. Μέχρι να αναχωρήσει το πλοίο κανένα παιδί δεν ξεμυτάει από την κουβέρτα. Μην μπερδευτεί δηλαδή και κατέβει μαζί με τους μικροπωλητές και τους επισκέπτες όταν τα μεγάφωνα αρχίσουν να φωνάζουν: «Παρακαλούνται οι κύριοι κύριοι επισκέπτες όπως εξέλθουν, το πλοίο αναχωρεί».

Εκτός από μαντολάτα πουλούσαν και δραμαμίνες αλλά ήταν «ντροπή εμείς οι Κρητικοί να παίρνουμε δραμαμίνες». Κάπου το άκουσα και μετά κοιτούσα να δω ποιος παίρνει δραμαμίνες να τον διαγράψω από τον κατάλογο των κρητικών. Οι επισκέπτες φιλούν και τρέχουν προς τις σκάλες. Λες και φεύγουμε για την Αμερική. Φεύγει και ο θείος που μας έφερε με το αμάξι στο λιμάνι. Γιατί που να μπεις στα λεωφορεία με τα συμπράγκαλα. Και μετά, το παρατεταμένο «μπουουου» και οι μαύροι καπνοί από το φουγάρο. Κάποια χρονιά θυμάμαι επιμέναμε να ξαπλώσουμε έξω έξω. Κάτω από το φουγάρο. Να βλέπουμε και τα αστέρια και όχι την τέντα του καταστρώματος. Και το ξημέρωμα ξυπνήσαμε μαύροι. Από τότε τέλος τα πειράματα.

Σε λίγο ξεκινάει ο έλεγχος. «Παρακαλούνται οι επιβάτες να μην μετακινούνται». Βουρ κάτω από τα σεντόνια. Ο ελεγκτής μέτραγε κορμιά και δεν ρώταγε αν είσαι 9 ή 15. Έτσι και αλλιώς στο κατάστρωμα όλοι «μισό» πληρώναμε. Παιδικά, αναπηρικά, πολυτέκνων. Η συμπαιγνία των φτωχών. 

Η θάλασσα μαύριζε σιγά σιγά και εκεί, πολύ πριν το κούνημα της Φαλκονέρας, άνοιγαν οι πετσέτες. Αλατσολιές, παξιμάδια, ντομάτες, αγγούρια, γραβιέρα και αρνί στο μικρό τσικαλάκι που σφράγιζε. Μπορεί να ήταν και δυο ημερών και τριών. Το βραστό δεν έχει ποτέ ανάγκη. Το βράζεις, κάνεις τον ζωμό γαμοπίλαφο και το κρέας το βάζεις στο ψυγείο. Και κρασί βέβαια σε ποτήρια πλαστικά (αυτά τα σκληρά που δεν τα πετούσες ποτέ). Ήταν ντροπής να φωνάξεις κάποιον να τον κεράσεις και να μην έχεις ένα ποτήρι γι' αυτόν. Μα που χωρούσαν όλα αυτά; Σε πράσινες τσάντες από καραβόπανο με μεγάλα χερούλια. Α! Μην το ξεχάσω και νερό σε αυτό το απαίσιο θερμός από φελιζόλ. Πάντα με ανατρίχιαζε το φελιζόλ και με χαρά θα το έσπρωχνα με τρόπο να περάσει μέσα από τα σχοινιά και να χαθεί στη θάλασσα. Αλλά φοβόμουνα μην το φάει στο κεφάλι κανένα ζευγαράκι καθώς θα ρέμβαζε από το φινιστρίνι της καμπίνας του. 

«Βάλε άλλη μια Παναγιώτη». Τα γλέντια του καλοκαιριού ξεκινούσαν πάντα από το πλοίο. Όλοι σύντεκνοι και ξαδέλφια. 

Ρώτησα κάποτε «και γιατί ξάδελφος μας;». Ήταν η ερώτηση που άρεσε στην μάνα μου. «Μα η γιαγιά του και ο λάλος σου ήταν δυο αδελφάδων παιδιά» και ξεκινούσε να ξεδιπλώνει γενεαλογικά δέντρα που κατέληγαν πάντα στο ίδιο συμπέρασμα: 

«Όλοι οι Kρητικοί, συγγενείς είμαστε».

Και τώρα που πήγαν όλα αυτά; Μόνο το πλοίο και η θάλασσα έμεινε. Και οι εβδομάδες έγιναν μέρες. Όμως έστω κι έτσι, είναι το μόνο που δεν μπορώ να μην κάνω τον Αύγουστο. 

Καλό καλοκαίρι σε όλους."