Aποχαιρετηστήριος λόγος που εκφωνήθηκε στην κηδεία του Γιάγκου Σκουλά από τον Νίκο Ψιλάκη:

"Δύσκολο, Γιάγκο, να στέκει κανείς μπροστά στο σκήνωμα ενός φίλου, να ψάχνει τις λέξεις, να σκαλίζει τις μνήμες, να μην μπορεί να πιστέψει σ' αυτό που βιώνει κι ας ξέρει πως αυτό το αναπότρεπτο είναι η ανθρώπινη μοίρα.   

Δύσκολο, Γιάγκο, να πιστέψει κανείς πως σβήνει ένα χαμόγελο πλατύ σαν τον ουρανό, πλατύ μα σεμνό κι ανθρώπινο, έτσι όπως σεμνός ήταν ο βίος σου. Κι ακόμη πιο δύσκολο να βρει λόγια να ψελλίσει στη Φραντζέσκα σου, στα παιδιά σου, στ' αδέρφια σου, σ' εκείνους που νιώθουν το κενό πιο μεγάλο. Αυτό το κενό, Γιάγκο, σκέφτομαι κάθε που φεύγουν από τον πρόσκαιρο κόσμο μας άνθρωποι σαν και σένα, άνθρωποι-ορόσημα, που ενέπνευσαν με τη στάση τους, με τη ζωή τους. Κι εμπνέουν ακόμη.

Έτσι ανασκαλεύω κι εγώ τη μνήμη τούτη την ώρα την ιερή, που η ορθόδοξη νεκρώσιμη ακολουθία την περιβάλλει με την ύψιστη φιλοσοφία, φιλοσοφία θανάτου θα πουν όσοι δεν την κατανοήσουν, φιλοσοφία ζωής νομίζω πως είναι.

Θυμάμαι το δάκρυ σου, Γιάγκο... Τη βαθιά σου συγκίνηση όταν κατέβαινες κάποτε τα σκαλιά των κρατητηρίων κι αργότερα του εγκαταλελειμμένου στρατοπέδου στον Καρτερό. Είχαν περάσει τότε μόλις δέκα χρόνια από την πτώση της Χούντας, εγώ αναζητούσα μαρτυρίες για τη χαμένη ελπίδα, την πρώτη αντίσταση ενάντια στη δικτατορία των Συνταγματαρχών, κι ήρθες εσύ ν' ανάψεις λαμπάδα στη μνήμη, σπονδή χρέους, Γιάγκο, που η συγκίνηση την έκανε ιερή. Δυσκολεύτηκα τότε να σε πείσω να μιλήσεις, μα έπρεπε. Και μίλησες. Και δάκρυσες. Και φώτισες άγνωστες πλευρές μιας αυθόρμητης μάζωξης ανθρώπων που κινήθηκαν από χρέος και με γνώμονα μοναδικό τα ιδανικά και τις ιδέες τους.  

Θυμάμαι το δάκρυ σου, Γιάγκο. Ήταν φθινόπωρο του 1984. Μα εκείνο το δάκρυ δεν ήταν για σένα, για τους άλλους ήταν, γι' αυτούς που δεν είχαν προλάβει να ζήσουν την πρώτη ελπίδα, την ανατολή μιας καινούργιας εποχής που, δυστυχώς, κι αυτή βασίλεψε γρήγορα. Δεν σου μίλησα τότε, μα το είδα το δάκρυ σου. Κρατούσα τη φωτογραφική μηχανή, την κατέβασα, έκλεισα το κλείστρο. Υπάρχουν, Γιάγκο, στιγμές που ο άνθρωπος διαλέγεται με την ιστορία, άλλες που διαλέγεται με τον εαυτό του κι άλλες που διαλέγεται με το αύριο. Κι όλες αυτές οι στιγμές είναι προσωπικές, είναι σημαδούρες σ' έναν χάρτη πάνω στον οποίο χαράσσονται μόνο προσωπικές διαδρομές. Έτσι, με δράση και μνήμη, με όραμα και μνήμη, χάραξες κι εσύ τη δική σου.
 
Βαρύ το άγγελμά σου, Γιάγκο, μέρες γεμάτες αυγουστιάτικο φως, με το ξόδι της Παναγιάς να ρίχνει φως στην ελπίδα, τέτοιαν εποχή διάλεξες ν' ανοίξεις τα πανιά σου, Αύγουστο μήνα. Ξέραμε όλοι πως έδινες αγώνα άνισο, μα στο βάθος υπήρχε μια σκέψη, μια ελπίδα, πως και πάλι θα βγεις νικητής. Και τώρα που στεκόμαστε μπροστά στο σκήνωμά σου, διαβάζομε τις μέρες που πέρασαν, συναντάμε ξανά το άπλετο χαμόγελο και την πίστη στη ζωή, κρατάμε σαν παρακαταθήκη στη μνήμη το παλικάρι του 67, τον άνθρωπο που δεν καυχήθηκε για το παρελθόν του κι ας ήξερε πως αυτό το παρελθόν είναι γραφή ανεξίτηλη· δεν υποτάσσεται, Γιάγκο, η ιστορία στη φθορά του χρόνου.  

Ήσουν εσύ, Γιάγκο Σκουλά, ο νεαρός που πυροδοτούσε τις συνειδήσεις, που γύρευε το δίκιο στους δρόμους του Κάστρου. 21 Απρίλη 1967 έγραφε το ημερολόγιο. Μια φωνή, χιλιάδες φωνές, υψώνουν  τείχος απέναντι στις σφαίρες. Ποιος μπορεί να ξεχάσει;

Ήσουν εσύ, Γιάγκο, που, νέος ακόμη, χτυπούσες πόρτες κλειστές, γύρευες ηγέτες στα πρόσωπα των παλαιών πολιτικών, γύρευες ελπίδα, ήξερες πως το κύμα που άφριζε μπορούσε να γίνει ωκεανός, να σκεπάσει την Ελλάδα της υποταγής και να φανερώσει τον τόπο των ονείρων. Μα ηγέτης εκείνη την ώρα δεν υπήρχε. Υπήρχαν μόνο νιάτα, νιάτα σαν τα δικά σου. Νιάτα σαν κι αυτά που δεν έχασες ποτέ ακόμη κι όταν άσπρισαν τα μαλλιά σου. Ποιος μπορεί να ξεχάσει;  

Εσένα, Γιάγκο, τσουβάλιασαν μ' άλλους 100 συντοπίτες σ' ένα κελί. Κι αυτό το κελί δεν χωρούσε μήτε τους μισούς ακόμη κι αν στεκόσασταν όρθιοι.

Έπρεπε να σε συλλάβουνε γιατί ήσουν εσύ ο διασαλευτής της άνομης τάξης, ο ταραξίας, ο καταπατητής του έκνομου νόμου. Εσύ που στάθηκες μπροστά στον άτεγκτο στρατοδίκη, άκουσες το κατηγορητήριο, βαρύ κι αυτό σαν τον πέλεκυ του αθέσπιστου νόμου, υποκινούσες -λέει- τους άλλους σε στάση κατά της αρχής. Αρχή την είπαν κι ας ήξεραν πως εσύ γελούσες εκείνη την ώρα, δεν αναγνώριζες εσύ τέτοιες Αρχές.

Ήσουν εσύ, Γιάγκο, που αργότερα έβαλες τελεία σ' όλα τούτα, σε μιαν εποχή που τα φαντάσματα περνιούνταν για ήρωες.

Δύσκολα μιλούσες για το χτες, ίσως επειδή γνώριζες ότι το όραμα είναι μπροστά, το αναμάσημα πίσω, χρειάζονται καινούργιοι αγώνες για να χτίσει κανείς ένα αύριο.

Ήσουν εσύ, Γιάγκο, που έκαμες τρόπο ζωής τον σεμνό βίο, μακριά από τα φώτα, σε μια γειτονιά προσφύγων, που σε δέχτηκαν σαν κομμάτι δικό τους. Σ' αυτή τη γειτονιά έγραψες την υπόλοιπη ιστορία σου. Πάλι σεμνά κι αθόρυβα. Με τους ξωμάχους και τους ανθρώπους που τους πληγώνουν ακόμη οι μνήμες.

Γιάγκο, φίλε αγαπητέ, δέξου τούτα τα λόγια, σαν χρέος όχι μόνο δικό μου, χρέος μιας κοινωνίας, της δικής μας. Χρέος μιας κοινωνίας που ξέρει πως σ' όλες τις εποχές υπάρχουν αξίες σμιλεμένες με τη σμίλη του χρόνου. Κι αυτές οι αξίες δεν επιτρέπουν τη λήθη. Δεν είναι παινάδια, Γιάγκο, τίποτ' άλλο δεν είναι, μόνο χρέος, χρέος προς εσένα, προς όλες τις μορφές που έγιναν κάποτε ορόσημα και κατάφεραν να παραμείνουν ορόσημα, χωρίς καυχησιές και υπερβολές που λαβώνουν την ιστορία.

Με συγκίνηση βαθιά σ' αποχαιρετούμε,  Γιάγκο. Γιατί ξέρομε όλοι καλά πως ένας θάνατος υπάρχει μόνο. Κι αυτός ο θάνατος ονομάζεται λήθη. Εσύ, Γιάγκο, έδωσες τη μάχη σου με τη λήθη και βγήκες νικητής.

Καλό σου ταξίδι!"