Στην ανάγκη άμεσης αποζημίωσης των ελαιοπαραγωγών του Ηρακλείου και της Κρήτης για το πρόβλημα της σχινοκαρπίας, αναφέρονται με παράλληλες παρεμβάσεις τους ο Γραμματέας ΠΕ της ΝΔ και Βουλευτής Ηρακλείου κ. Λευτέρης Αυγενάκης με κοινοβουλευτική του παρέμβαση προς τους Υπουργούς Οικονομικών κ. Ε. Τσακαλώτο και Αγροτικής Ανάπτυξης κ. Ε. Αποστόλου και η Ευρωβουλευτής της ΝΔ κ. Ελίζα Βόζεμπεργκ προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

Στην ερώτηση ο κ. Αυγενάκης επισημαίνει ότι «Το πρόβλημα της σχινοκαρπίας και της μεγάλης μείωσης στην παραγωγή ελαιοκάρπου στον Ν. Ηρακλείου καθώς και σε όλη την Κρήτη είναι υπαρκτό και έχει επισημανθεί πολλές φορές ... . Ωστόσο, η Κυβέρνηση κωφεύει και δεν επιθυμεί να δώσει λύση, ... . 
Ειδικότερα, ο Υπουργός κ. Αποστόλου σε τοποθέτησή του στις 15 Ιουλίου στο Κοινοβούλιο, μεταξύ άλλων, εξέφρασε τη βούληση να ασχοληθεί με το συγκεκριμένο θέμα καθώς και τη δέσμευση ότι ο ΕΛΓΑ θα το παρακολουθεί και θα ετοιμάσει τους αντίστοιχους φακέλους οι οποίοι θα δικαιολογούν τη διαδικασία αποζημίωσης είτε μέσω της υφιστάμενης διαδικασίας του ΕΛΓΑ, είτε μέσω της διαδικασίας χορήγησης Κρατικών Οικονομικών Ενισχύσεων (ΚΟΕ) των ΠΣΕΑ. Σε αντίστοιχη τοποθέτηση του στις 24 Ιουνίου, για προβλήματα στην ελαιοκαλλιέργεια της Αρκαδίας, ο αν. Υπουργός κ. Μπόλαρης είχε διευκρινίσει ότι ακόμα και αν οι ζημιές οφείλονται σε ακαρπία αυτές θα μπορούσαν να καλυφθούν μέσω ΠΣΕΑ, υπό την προϋπόθεση ότι οι ζημιές σε επίπεδο ΠΕ ξεπερνούν το 30% και υπάρχει επιστημονική τεκμηρίωση με συνοδεία αντίστοιχων μετεωρολογικών στοιχείων. 
... Δυστυχώς, όταν έφτασε η ώρα των αποφάσεων ο αν. Υπουργός κ. Μπόλαρης, υποστήριξε ότι οι ελαιοπαραγωγοί δεν δικαιούνται αποζημιώσεων από τον ΕΛΓΑ, καθώς το φαινόμενο της ακαρπίας δεν εμπίπτει στον ισχύοντα κανονισμό ενώ για το θέμα των αποζημιώσεων μέσω ΠΣΕΑ.
Εν συνεχεία, με το υπ’ αρ. πρωτ. 900/03-08-16 έγγραφό του, ο κ. Μπόλαρης αναφέρει ότι «σύμφωνα με τα στοιχεία του υποκαταστήματος ΕΛ.Γ.Α. Ηρακλείου από τις επισημάνσεις που διενεργήθηκαν δεν διαπιστώθηκαν ζημιές από καύσωνα στον καρπό των ελαιοδέντρων. Ως εκ τούτου δεν έγιναν αναγγελίες και υποβλήθηκαν δηλώσεις». Προσπαθεί έτσι να υποστηρίξει την άποψη ότι οι ζημιές δεν οφείλονται σε καιρικά φαινόμενα αλλά στο φαινόμενο της «ακαρπίας» (μειωμένη παραγωγή, κακή καρπόδεση, σχινοκαρπία) και συνεπώς σύμφωνα με τον ισχύοντα Κανονισμό Ασφάλισης Φυτικής Παραγωγής (ΦΕΚ 1668Β’/27-7-2011), δεν προκαλεί υποχρέωση αποζημιώσεως στους παραγωγούς. Σε αυτή την περίπτωση ακαρπίας–κακής καρπόδεσης η δυνατότητα αποζημίωσης είναι εφικτή μέσω ένταξης των ζημιών σε πρόγραμμα ΚΟΕ των ΠΣΕΑ. 
Είναι προφανές λοιπόν ότι πρόκειται για μια εξαιρετικά χρονοβόρα και ατελέσφορη διαδικασία με αβέβαιο πρακτικό αποτέλεσμα για τους παραγωγούς, αν λάβει κανείς υπόψη του ότι ζημιές στην ελαιοκαλλιέργεια της Κρήτης δεν έχουν ακόμη αποζημιωθεί από την Άνοιξη του 2013 ούτε από τον ΕΛΓΑ ούτε από τα ΠΣΕΑ, σύμφωνα με υπόμνημα του ΣΕΔΗΚ (Αρ. 34 – 15/7/2013). Με άλλα λόγια ο κ. Μπόλαρης κρύβεται πίσω από τη λέξη “ακαρπία” προσπαθώντας να αποστασιοποιηθεί από την αντιμετώπιση του συγκεκριμένου προβλήματος “νίπτοντας τας χείρας του”. 
... Και αυτά την ώρα που ο Σύνδεσμος Ελαιοκομικών Δήμων Κρήτης με σχετική μελέτη υπολογίζει ότι λόγω των ζημιών στην άνθιση και στην καρποφορία θα χαθεί το 48% της εκτιμώμενης φετινής παραγωγής». 
Με την κοινοβουλευτική παρέμβαση ο κ. Αυγενάκης θέτει τα εξής ερωτήματα: 
«1. Γιατί δεν προχωρά στην αποζημίωση των ελαιοπαραγωγών των οποίων η παραγωγή ελαιόκαρπου έχει ζημιωθεί λόγω σχινοκαρπίας μέσω ΕΛΓΑ; 
2. Ποιες είναι οι άμεσες και συγκεκριμένες ενέργειες που προτίθεστε να κάνετε προκειμένου να χορηγηθούν οι αποζημιώσεις στους πληγέντες ελαιοπαραγωγούς έναντι της πραγματικής απώλειας εισοδήματος που υπέστησαν; 
3. Ποιες είναι οι εκκρεμείς αναγγελίες ζημιών που έχουν κατατεθεί στον ΕΛΓΑ για τον νομό Ηρακλείου; Ποιες από αυτές έχουν ελεγχθεί από τον ΕΛΓΑ και ποιες από αυτές έχουν αποζημιωθεί είτε από τον ΕΛΓΑ είτε από τα ΠΣΕΑ; 
4. Γιατί δεν ενεργοποιείτε τη διαδικασία χορήγησης Κρατικών Οικονομικών Ενισχύσεων (ΚΟΕ) των ΠΣΕΑ στις περιπτώσεις που διαπιστώνεται ότι οι ζημιές οφείλονται σε ακαρπία;
5. Έχουν δοθεί στο παρελθόν κατ΄ εξαίρεση αποζημιώσεις σε παραγωγούς; Αν ναι, με ποιες προϋποθέσεις;
6. Έχει εγκριθεί δαπάνη αντιστάθμισης τυχόν ζημιών στο νομό Ηρακλείου από το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους; Αν ναι, ποιες περιπτώσεις αφορά;
7. Ποιό είναι το ύψος των ανταποδοτικών οφελών που έχουν λάβει οι κρητικοί ελαιοπαραγωγοί τα τελευταία χρόνια από τον ΕΛΓΑ και ποιο το ύψος των εισφορών που έχουν καταβάλλει στον Οργανισμό;
8. Προτίθεται ο αρμόδιος Υπουργός να επανεξετάσει τους όρους και τις προϋποθέσεις του κανονιστικού πλαισίου χορήγησης των αποζημιώσεων ούτως ώστε να ικανοποιούνται οι πραγματικά πληγέντες ελαιοπαραγωγοί;». 

Παράλληλα, η κ. Βόζεμπεργκ τονίζει με ερώτησή της προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή: «Αντιμέτωποι, με εμφανώς μειωμένη παραγωγή και κατ’ επέκταση με τεράστιες οικονομικές απώλειες στο εισόδημά τους, βρίσκονται φέτος οι ελαιοπαραγωγοί της Κρήτης, εξαιτίας ακραίων καιρικών φαινομένων. Οι ακραίες κλιματικές συνθήκες που επικράτησαν φέτος (υψηλές θερμοκρασίες, έντονοι νότιοι άνεμοι, ανομβρία) ανάλογα με το στάδιο της εξέλιξης της ανθοφορίας και της καρποφορίας της ελιάς προκάλεσαν σε αρκετές περιοχές της Κρήτης ζημιές όπως ανθόπτωση, σχινοκαρπία, απόπτωση. 
Τόσο ο τοπικός τύπος όσο και εκπρόσωποι της τοπικής αυτοδιοίκησης επισημαίνουν ότι η καταστροφή του καρπού ξεπερνά σε αρκετές περιπτώσεις ακόμα και το 60%, ενώ η συνολική μείωση στην ελαιοπαραγωγή του νησιού υπολογίζεται ότι θα αγγίξει το 70% με συνολικό οικονομικό πλήγμα για την οικονομία της Κρήτης 150-200 εκατ. ευρώ σύμφωνα με εκτιμήσεις του Συνδέσμου Ελαιοκομικών Δήμων Κρήτης (ΣΕΔΗΚ)».    
Με την  παρέμβασή της η κ. Βόζεμπεργκ–Βρυωνίδη αναφέρει ότι «Λαμβάνοντας υπόψη ότι ένας από τους βασικούς πυλώνες της οικονομίας και της απασχόλησης του νησιού στηρίζεται στην ελαιοπαραγωγή καθώς και ότι σε περιοχές η καταστροφή της παραγωγής είναι ολοκληρωτική, ερωτάται η Επιτροπή:
1. Προβλέπεται δυνατότητα ειδικής ενίσχυσης/αποζημίωσης στους ελαιοπαραγωγούς για την αντιστάθμιση των ζημιών από τις δυσμενείς καιρικές συνθήκες; 
2. Εάν ναι, ποιο το ύψος των ενισχύσεων αυτών και ποια διαδικασία πρέπει να ακολουθηθεί, προκειμένου να υπάρξει άμεση αποκατάσταση των πληγέντων;».